Κίνδυνος για την υγεία αλλά και τον πλανήτη η απομάκρυνση του Ελληνα από τη μεσογειακή διατροφή

Οκταπλάσια ποσότητα κόκκινου κρέατος συγκριτικά με τις μερίδες που προβλέπει η μεσογειακή διατροφή καταναλώνει ο μέσος Ελληνας, γεγονός το οποίο επιδρά αρνητικά όχι μόνο στην υγεία αλλά και τον πλανήτη. Είναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα τρώμε 1 με 2 μερίδες κόκκινο κρέας την ημέρα, όταν δεν θα έπρεπε να ξεπερνάμε τις 1 - 2 την εβδομάδα!

Αντίστοιχα για τα όσπρια η κατανάλωσή τους στην Ελλάδα έχει πέσει στη μισή ποσότητα απ΄αυτήν που προτείνει η μεσογειακή διατροφή, από την οποία όπως δείχνουν τα στοιχεία φαίνεται ότι απομακρυνόμαστε όλο και περισσότερο.

Αυτό διαπιστώνει μεταξύ άλλων η νέα έκθεση του WWF, η οποία δημοσιοποιήθηκε σήμερα με αφορμή τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Διατροφής.

Σύμφωνα με την έκθεση, η αλλαγή στις διατροφικές μας συνήθειες δεν απειλεί μόνο την υγεία αλλά και τον πλανήτη καθώς εκτοξεύει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.

Την ίδια στιγμή η χώρα μας φαίνεται ότι έχει ακόμα μία θλιβερή ευρωπαϊκή πρωτιά όσον αφορά στην κατά κεφαλήν συμβολή μας στη διεθνή απώλεια βιοποικιλότητας, δηλαδή τον αριθμό των ειδών που απειλούνται με εξαφάνιση κάθε χρόνο αν συνεχιστεί το τρέχον διατροφικό μοντέλο.

Η Ελλάδα βρίσκεται πρώτη στο σύνολο των 37 χωρών που εξετάστηκαν στην Ευρώπη, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο η Ελλάδα κατέχει την 31η θέση σε σύνολο 147 χωρών. Επιπλέον, η Ελλάδα είναι δεύτερη σε ευρωπαϊκό επίπεδο σχετικά με τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα κατά κεφαλήν εξαιτίας της διατροφής που ακολουθούμε σήμερα, καθώς και στη χρήση νερού και καλλιεργήσιμης γης για την παραγωγή τροφής.

Σύμφωνα με το WWF, ο τρόπος που παράγουμε και καταναλώνουμε τροφή σήμερα συνδέεται άμεσα με την απώλεια βιοποικιλότητας, την κλιματική κρίση, αλλά και με την εμφάνιση πανδημιών, όπως αυτή του COVID-19.

«Η υιοθέτηση μίας διατροφής φιλικής για τον πλανήτη θα μπορούσε να μειώσει παγκοσμίως κατά τουλάχιστον 30% τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα που σχετίζονται με την τροφή, την απώλεια της άγριας ζωής κατά 46%, τη χρήση γης για καλλιέργεια κατά 41% και τους πρόωρους θανάτους κατά τουλάχιστον 20%» σημειώνεται στην έκθεση, στο πλαίσιο της οποίας αναλύθηκαν τα διατροφικά μοντέλα σε 147 χώρες και Εθνικοί Διατροφικοί Οδηγοί σε 75 χώρες.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η παραγωγή, κατανάλωση και απόρριψη της τροφής μας ευθύνεται τα τελευταία 50 χρόνια για το 70% της απώλειας της χερσαίας βιοποικιλότητας, το 50% της απώλειας βιοποικιλότητας γλυκού νερού και το 26% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Παράλληλα, η μη βιώσιμη μετατροπή των χρήσεων γης για γεωργία, η εντατική κτηνοτροφία και το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής με σκοπό την κατανάλωση, αυξάνουν τις πιθανότητες για την εμφάνιση μολυσματικών ασθενειών και το ξέσπασμα πανδημιών, όπως του COVID -19.

Παρά το γεγονός ότι ο υποσιτισμός και η παχυσαρκία αποτελούν μείζον ζήτημα για πολλές χώρες του πλανήτη, το ποσοστό ελλιποβαρών ανθρώπων εμφανίζεται πάνω από δέκα φορές υψηλότερο στις φτωχότερες χώρες, ενώ αντίστοιχα το ποσοστό υπέρβαρων και παχύσαρκων ατόμων είναι πέντε φορές υψηλότερο στις πιο πλούσιες χωρες.

Στον αντίποδα, μια διατροφή φιλική για τον πλανήτη, σημειώνει η έκθεση, μπορεί να συμβάλει στη σταθεροποίηση του κλίματος και να περιορίσει την απώλεια άγριας ζωής, προσφέροντας την ίδια στιγμή υγεία και μακροζωία για τον άνθρωπο.

Στην Ελλάδα, η λύση βρίσκεται στους ισχυρούς δεσμούς με τη μεσογειακή διατροφή, οι οποίοι  μπορούν να μας βοηθήσουν να μεταβούμε γρήγορα και εύκολα σε ένα διατροφικό μοντέλο που θα θωρακίζει την υγεία μας και τον πλανήτη. Τοπικά και εποχικά είδη, περισσότερα φρούτα, λαχανικά και δημητριακά ολικής άλεσης, λιγότερο κρέας, ζάχαρη, έλαια και λίπη είναι μόνο μερικά από τα μυστικά της μεσογειακής διατροφής.

Εάν ακολουθούσαμε τη μεσογειακή διατροφή και τις συστάσεις του Εθνικού Διατροφικού Οδηγού, η συμβολή της χώρας μας στη διεθνή απώλεια βιοποικιλότητας θα μειωνόταν κατά περίπου 50%, στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 35%, στη χρήση γης για καλλιέργειες κατά 20%, στη χρήση γης για βοσκοτόπους κατά 60%, στη χρήση νερού για την παραγωγή τροφής κατά 25% και στην πιθανότητα ευτροφισμού κατά 50%.

«Αν για κάποιες χώρες η βιώσιμη διατροφή φαίνεται να είναι μία δύσκολη εξίσωση, στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι πιο απλό και έχει λύση: τη μεσογειακή διατροφή. Η στροφή σε ένα πιο πράσινο, υπεύθυνο και ισορροπημένο διατροφικό μενού είναι επιτακτική και, επανεκτιμώντας την αξίας της μεσογειακή διατροφής, μπορούμε να θωρακίσουμε την υγεία μας, προστατεύοντας ταυτόχρονα το περιβάλλον. Με άλλα λόγια, ό,τι είναι καλό για την υγεία μας είναι καλό και για τον πλανήτη», σχολιάζει η Βίκυ Μπαρμπόκα, υπεύθυνη προγραμμάτων βιώσιμης διατροφής του WWF Ελλάς.

ΠΗΓΗ