Χωρίς φόρο υγείας η Ελλάδα, εν μέσω ευρωπαϊκών και διεθνών μεταβολών

Στις αρχές της δεκαετίας του 2010, ορισμένες χώρες όπως το Μεξικό και η Μεγάλη Βρετανία άρχισαν να διερευνούν τη φορολόγηση των ζαχαρούχων ποτών ως τρόπο αποθάρρυνσης της κατανάλωσης αυτών των προϊόντων σε μεγάλες ποσότητες. Όλο και περισσότερο, οι πολιτειακές και τοπικές κυβερνήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν να διερευνούν και αυτή την επιλογή. Η πρώτη πόλη των ΗΠΑ που εφάρμοσε ένα τέτοιο μέτρο ήταν το Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνια, με φόρο ανά ουγγιά στα ζαχαρούχα ποτά που ψηφίστηκε το 2014 και εφαρμόστηκε το 2015. Στην πράξη, αυτό ισοδυναμούσε με αύξηση περίπου 12 σεντς ανά κουτί αναψυκτικού και 68 σεντς ανά μπουκάλι αναψυκτικού δύο λίτρων.

Η Ελλάδα δεν προχωρά στην εισαγωγή φόρου υγείας σε τρόφιμα με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη, λιπαρά και αλάτι, σύμφωνα με αρμόδιες κυβερνητικές πηγές. Το μέτρο δεν προβλέπεται για το 2026 ούτε για τα επόμενα έτη, παρά τη συνεχιζόμενη συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τη χρήση φορολογικών εργαλείων στη διατροφική πολιτική.

Η επιλογή εντάσσεται στο υφιστάμενο φορολογικό πλαίσιο της χώρας, όπου οι έμμεσοι φόροι αποτελούν σημαντικό μέρος των δημοσίων εσόδων. Σύμφωνα με τις ελληνικές αρχές, πρόσθετη επιβάρυνση στα βασικά τρόφιμα θα είχε περιορισμένη δημοσιονομική απόδοση και θα μπορούσε να επηρεάσει το κόστος διαβίωσης, σε ένα περιβάλλον αυξημένων τιμών.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, 12 κράτη-μέλη εφαρμόζουν φόρους HFSS (High Fat, Sugar, Salt), ενώ φόροι στα ζαχαρούχα ποτά ισχύουν σε 108 χώρες παγκοσμίως, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Τα στοιχεία για την Ελλάδα δείχνουν ότι το 62,3% του πληθυσμού είναι υπέρβαρο, ενώ περίπου το 25% των ενηλίκων είναι παχύσαρκοι, δεδομένα που συχνά αξιοποιούνται στη σχετική διεθνή συζήτηση.

Η εμπειρία από την εφαρμογή φόρων υγείας διαφέρει μεταξύ χωρών. Σε ορισμένες περιπτώσεις καταγράφεται μείωση κατανάλωσης συγκεκριμένων προϊόντων, ενώ σε άλλες παρατηρούνται αυξήσεις τιμών, μεταβολές αγοραστικής συμπεριφοράς και διασυνοριακές αγορές. Στην Ελλάδα, προηγούμενες αυξήσεις ειδικών φόρων κατανάλωσης έχουν συνδεθεί με φαινόμενα λαθρεμπορίου, στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη στον σχεδιασμό πολιτικής.

 

Ειδικοί φόροι κατανάλωσης ανά κάτοικο (1891)

Σύγκριση εσόδων (US$ ανά κάτοικο) από οινοπνευματώδη, κρασί, μπίρα, ζάχαρη, αλάτι, καπνό σε βασικές οικονομίες του τέλους του 19ου αιώνα.

Ην. Βασίλειο & Ιρλανδία

5,40US$/κάτοικο
 

Γαλλία

5,05US$/κάτοικο
 

ΗΠΑ

2,61US$/κάτοικο
 

Γερμανία

1,85US$/κάτοικο
 

Ιταλία

1,83US$/κάτοικο
 

Η φορολογία κατανάλωσης αποτέλεσε διαχρονικά βασικό εργαλείο κρατικών εσόδων. Το 1891, σύμφωνα με τη μελέτη του G. Schanz (1893), τα ευρωπαϊκά κράτη επέλεγαν διαφορετικές φορολογικές βάσεις. Η Γερμανία και η Ιταλία εστίαζαν στη ζάχαρη και το αλάτι, αποφεύγοντας τη φορολόγηση του κρασιού, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες αντλούσαν έσοδα κυρίως από αλκοόλ και καπνό. Οι επιλογές αυτές βασίζονταν σε κριτήρια προβλεψιμότητας εσόδων και κοινωνικής αποδοχής.

Στη σημερινή περίοδο, ορισμένα κράτη στρέφονται σε κλιμακωτούς φόρους, συνδεδεμένους με τη σύσταση των προϊόντων. Από το 2026, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εφαρμόζουν φόρο στα ζαχαρούχα ροφήματα, ο οποίος διαφοροποιείται ανάλογα με την περιεκτικότητα σε ζάχαρη ανά 100 ml. Παρόμοια συστήματα εφαρμόζονται ή ενισχύονται σε χώρες της Ευρώπης, χωρίς την υιοθέτηση ενιαίου ευρωπαϊκού φόρου.

Η Ελλάδα, προς το παρόν, διατηρεί αμετάβλητη τη φορολογική της πολιτική στον τομέα αυτό. Η συζήτηση σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο συνεχίζεται, με τη φορολογία κατανάλωσης να χρησιμοποιείται σε ορισμένες περιπτώσεις ως εργαλείο διαμόρφωσης κινήτρων και σε άλλες αποκλειστικά ως πηγή εσόδων.

 

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις