ΥΠΑΑΤ: Η νέα αρχιτεκτονική αντιμετώπισης των ζωονόσων

Στο τέλος του 2025, καθώς οι πιέσεις από επαναλαμβανόμενα κρούσματα ζωονόσων παραμένουν ενεργές σε αρκετές περιοχές της χώρας, η ελληνική διοίκηση προχώρησε σε μια σιωπηλή αλλά ουσιαστική αναδιάταξη του τρόπου με τον οποίο οργανώνει την κτηνιατρική της παρέμβαση. Χωρίς επικοινωνιακές εξαγγελίες και χωρίς αλλαγή στο θεσμικό αφήγημα, ενεργοποιήθηκε ένα σχήμα που μετακινεί το βάρος της επιχειρησιακής διαχείρισης πιο κοντά στο πεδίο, διατηρώντας ταυτόχρονα τον κεντρικό έλεγχο στο κράτος.

Η ευλογιά των προβάτων και των αιγών δεν αποτελεί νέο φαινόμενο για την ελληνική κτηνοτροφία. Αυτό που αλλάζει είναι η διοικητική αρχιτεκτονική της αντιμετώπισής της. Για πρώτη φορά, η επίσημη κτηνιατρική δραστηριότητα δεν περιορίζεται αποκλειστικά στον κορμό των δημόσιων υπηρεσιών, αλλά συμπληρώνεται από εξουσιοδοτημένους επαγγελματίες, οι οποίοι αναλαμβάνουν συγκεκριμένα, απολύτως προσδιορισμένα καθήκοντα στο πεδίο.

Ο σχεδιασμός είναι σαφής: το κράτος δεν αποσύρεται, αλλά ανακατανέμει ρόλους. Η κεντρική εποπτεία, ο συντονισμός και ο έλεγχος παραμένουν στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ενώ οι Περιφέρειες μετατρέπονται σε κόμβους επιχειρησιακής εφαρμογής. Εκεί εκκινούν οι προσκλήσεις, συγκροτούνται τα μητρώα, υπογράφονται συμβάσεις έργου και παρακολουθείται καθημερινά η εκτέλεση των καθηκόντων.

Η λογική της ανάθεσης δεν είναι οριζόντια. Ενεργοποιείται μόνο όταν η επιζωοτιολογική εικόνα, το μέγεθος του ζωικού κεφαλαίου και οι διαθέσιμοι δημόσιοι πόροι το καθιστούν αναγκαίο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι εξουσιοδοτημένοι κτηνίατροι καλούνται να καλύψουν κρίσιμες λειτουργίες: επιτόπια επιτήρηση, δειγματοληψίες, συλλογή στοιχείων για τη χαρτογράφηση της διασποράς, καθώς και συνδρομή στις διαδικασίες εξυγίανσης των μολυσμένων εκμεταλλεύσεων.

Η επιλογή τους γίνεται με αυστηρά φίλτρα. Αποκλείονται επαγγελματικές σχέσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σύγκρουση συμφερόντων, απαιτείται πλήρης επαγγελματική επάρκεια και προβλέπεται ρητά η υποχρέωση αμεροληψίας και διαφάνειας. Η καθημερινή τους δραστηριότητα δεν λειτουργεί ανεξέλεγκτα: καταγράφεται, ελέγχεται και αξιολογείται από τις δημόσιες κτηνιατρικές υπηρεσίες.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το οικονομικό σκέλος η αμοιβή των εξουσιοδοτημένων κτηνιάτρων συνδέεται άμεσα με την πραγματική παρουσία στο πεδίο και διαφοροποιείται με βάση τον αριθμό των ζώων, το μέγεθος της εκμετάλλευσης και τη γεωγραφική ιδιαιτερότητα της περιοχής. Το σύστημα δεν λειτουργεί με πάγιες αποζημιώσεις, αλλά με αποτίμηση συγκεκριμένου έργου, γεγονός που εντάσσει τη ρύθμιση σε ένα αυστηρά ελεγχόμενο δημοσιονομικό πλαίσιο.

Παράλληλα, το πλαίσιο εποπτείας παραμένει αυστηρό. Προβλέπονται επιτόπιοι και διοικητικοί έλεγχοι, δυνατότητα άμεσης λύσης της συνεργασίας σε περιπτώσεις πλημμελούς άσκησης καθηκόντων και αποκλεισμός από μελλοντικές διαδικασίες, εφόσον διαπιστωθούν σοβαρές αποκλίσεις. Η ανάθεση δεν ισοδυναμεί με χαλάρωση των κανόνων· αντίθετα, συνοδεύεται από ενισχυμένη λογοδοσία.

Στην ουσία, η συγκεκριμένη επιλογή αποτυπώνει μια βαθύτερη διοικητική προσαρμογή. Η διαχείριση των ζωονόσων αντιμετωπίζεται πλέον ως ζήτημα ταχύτητας, εγγύτητας και επιχειρησιακής ευελιξίας, χωρίς να αποσυνδέεται από το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο και τις απαιτήσεις δημόσιου ελέγχου. Δεν πρόκειται για μεταρρύθμιση με πολιτικό πρόσημο, αλλά για τεχνική αναδιάταξη αρμοδιοτήτων, προσαρμοσμένη στις πραγματικές πιέσεις του πεδίου.

Το αν αυτό το μοντέλο θα λειτουργήσει ως προσωρινή λύση ή ως πρότυπο για ευρύτερες παρεμβάσεις στην κτηνιατρική πολιτική θα φανεί στην πράξη. Προς το παρόν, η αλλαγή καταγράφεται ως ένα ακόμη παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η διοίκηση επιχειρεί να διαχειριστεί σύνθετους κινδύνους, χωρίς θόρυβο, αλλά με μετρήσιμες επιλογές.

Δείτε αναλυτικά εδώ τι αλλάζει

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις