Κτηνοτροφία: Τα διοικητικά παράδοξα που αφήνουν το εισόδημα εκτός συστήματος

Η διαχείριση των ζωονόσων αποκαλύπτει ένα πλέγμα διοικητικών αντιφάσεων, απώλεια εισοδήματος, ανελαστικές υποχρεώσεις, ασάφειες στις απολυμάνσεις και καθυστερήσεις που παρατείνουν την αβεβαιότητα για τους κτηνοτρόφους

Το τελευταίο διάστημα, η ελληνική κτηνοτροφία βρίσκεται αντιμέτωπη όχι μόνο με την υγειονομική διαχείριση των ζωονόσων, αλλά και με ένα σύνολο διοικητικών επιλογών που, στην πράξη, μεταθέτουν το βάρος της κρίσης στους ίδιους τους παραγωγούς. Παρότι οι επίσημες διαβεβαιώσεις μιλούν για στήριξη και μεταβατικά μέτρα, το εισόδημα έχει σε πολλές περιπτώσεις διακοπεί πλήρως, ενώ οι υποχρεώσεις φορολογικές, ασφαλιστικές και λειτουργικές,εξακολουθούν να «τρέχουν» κανονικά, χωρίς θεσμικό πάγωμα ή προσαρμογή.

Στο πεδίο της υγειονομικής διαχείρισης, η εικόνα είναι αποκαλυπτική. Η απολύμανση των μολυσμένων σταβλικών εγκαταστάσεων, κρίσιμο στάδιο για την επανεκκίνηση της παραγωγής, δεν έχει ενταχθεί σε ένα ενιαίο, κρατικά χρηματοδοτούμενο πλαίσιο. Αντιθέτως, πραγματοποιείται κατά περίπτωση και με ίδια έξοδα των κτηνοτρόφων, χωρίς σαφή πρωτόκολλα εφαρμογής και χωρίς πρόβλεψη αποζημίωσης. Η απουσία κεντρικού συντονισμού δημιουργεί άνισες πρακτικές και εντείνει την αβεβαιότητα για το πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να αποκατασταθεί η παραγωγική δραστηριότητα.

Ακόμη πιο σύνθετο είναι το ζήτημα της επαναλειτουργίας των σταβλικών μονάδων. Παρά το γεγονός ότι προβλέπεται χρονικός περιορισμός, δεν επιτρέπεται η επανεισαγωγή ζώων σε στάβλους που έχουν μολυνθεί, ακόμη και μετά την παρέλευση εξαμήνου, ενώ ταυτόχρονα δίνεται η δυνατότητα εγκατάστασης ζώων σε νέες μονάδες, ακόμη και σε όμορα οικόπεδα. Η αντίφαση αυτή, που δεν έχει επαρκώς αιτιολογηθεί σε θεσμικό επίπεδο, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη συνοχή των κανόνων βιοασφάλειας και για την ίση μεταχείριση των παραγωγών.

Σημαντικό οικονομικό βάρος αποτελεί και ο μεγάλος όγκος ζωοτροφών που παραμένει εντός των μολυσμένων εγκαταστάσεων. Τα αποθέματα αυτά δεν μπορούν να διατεθούν στην αγορά, ούτε έχει θεσπιστεί μηχανισμός αποζημίωσης ή εναλλακτικής διαχείρισης. Πρόκειται για κόστος που έχει ήδη καταβληθεί και το οποίο μετατρέπεται σε καθαρή ζημία, χωρίς να αποτυπώνεται σε κάποιον επίσημο λογαριασμό στήριξης. Στο ίδιο πλαίσιο, επανεμφανίζονται και τα προβλήματα λανθασμένων ή καθυστερημένων πληρωμών, γνωστά από άλλους τομείς της αγροτικής παραγωγής, τα οποία επιβαρύνουν περαιτέρω τη ρευστότητα των εκμεταλλεύσεων.

Η γραφειοκρατική διάσταση ολοκληρώνει την εικόνα. Διαδικασίες που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ανακουφιστικά όπως το πάγωμα τελών, η έκδοση κωδικού EL, ή η χορήγηση νέας άδειας λειτουργίας εξελίσσονται με αργούς ρυθμούς, καθώς εμπλέκονται πολλαπλές υπηρεσίες και αλληλοεπικαλυπτόμενες αρμοδιότητες. Η έλλειψη ταχύτητας δεν είναι απλώς διοικητικό ζήτημα μεταφράζεται σε χαμένο χρόνο, χαμένο εισόδημα και παρατεταμένη αβεβαιότητα για τις κτηνοτροφικές μονάδες που παραμένουν εκτός παραγωγής.

Σε αυτό το περιβάλλον, ο ρόλος των αρμόδιων θεσμών, όπως το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και ο ΟΠΕΚΕΠΕ, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η αποτελεσματικότητα της παρέμβασής τους δεν κρίνεται μόνο από τις εξαγγελίες, αλλά από την ικανότητα να μεταφράζουν τις υγειονομικές ανάγκες σε λειτουργικούς κανόνες και τις οικονομικές απώλειες σε έγκαιρα, προβλέψιμα μέτρα στήριξης.

Η διαχείριση της κρίσης στην κτηνοτροφία, όπως αποτυπώνεται σήμερα, φωτίζει ένα ευρύτερο ζήτημα διοικητικής συνοχής. Όταν οι κανόνες εφαρμόζονται αποσπασματικά και τα κόστη μεταφέρονται σιωπηρά στους παραγωγούς, η υγειονομική προστασία και η οικονομική βιωσιμότητα παύουν να κινούνται παράλληλα. Το ζητούμενο δεν είναι η προσθήκη νέων ρυθμίσεων, αλλά η ευθυγράμμιση όσων ήδη ισχύουν, ώστε η έξοδος από την κρίση να μην εξαρτάται από την αντοχή κάθε μεμονωμένου κτηνοτρόφου.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις