Για χρόνια, οι ονομασίες προέλευσης λειτουργούσαν ως ένα άτυπο συμβόλαιο εμπιστοσύνης ανάμεσα στον παραγωγό, την αγορά και τον καταναλωτή. Η αξία τους δεν βρισκόταν μόνο στην ετικέτα, αλλά στη σιωπηρή υπόσχεση ότι πίσω από κάθε προϊόν ΠΟΠ ή ΠΓΕ υπήρχε τόπος, μέθοδος και κανόνες που τηρούνταν. Όταν αυτό το συμβόλαιο άρχισε να δοκιμάζεται, το θεσμικό πλαίσιο έδειξε τα όριά του.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο επιχειρεί να παρέμβει η υπουργική απόφαση που εκδόθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Όχι με γενικές διακηρύξεις, αλλά με ένα αναλυτικό και αυστηρά δομημένο σύστημα κυρώσεων για τις παραβάσεις στα προϊόντα Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης, Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης και Εγγυημένων Παραδοσιακών Ιδιότυπων Προϊόντων. Η επιλογή αυτή σηματοδοτεί μια σαφή μετατόπιση από την αποσπασματική αντιμετώπιση των παραβάσεων σε μια πιο συνεκτική λογική ελέγχου και ευθύνης.
Προς το παρόν, ωστόσο, δεν υπάρχουν διαθέσιμα δημόσια στοιχεία για τον αριθμό των προστίμων που έχουν επιβληθεί ούτε για τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται στην πράξη οι έλεγχοι που προβλέπει το νέο πλαίσιο.
Σύμφωνα με πληροφορίες από κύκλους του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ που έχουν γνώση της λειτουργίας του οργανισμού, οι τελευταίες περιπτώσεις επιβολής προστίμων στον συγκεκριμένο τομέα ανάγονται στην περίοδο της υπουργίας του Σπήλιου Λιβανού, γεγονός που ενισχύει την εικόνα μιας μακράς χρονικής απόστασης ανάμεσα στη πρόβλεψη και την πρακτική εφαρμογή των κυρώσεων.
Το γεγονός αυτό καθιστά πρόωρη οποιαδήποτε αποτίμηση της αποτελεσματικότητάς του και μεταθέτει το βάρος από το αποτέλεσμα στην πρόθεση. Υπό αυτή την έννοια, η απόφαση αποτυπώνει περισσότερο μια θεσμική κατεύθυνση ενίσχυσης της εποπτείας παρά ένα ήδη μετρήσιμο αποτύπωμα στην αγορά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το νέο πλαίσιο στερείται σαφήνειας αντιθέτως, δεν αντιμετωπίζει όλες τις παραβάσεις ως ίσες. Διαχωρίζει τη διοικητική αμέλεια από την οργανωμένη κατάχρηση και συνδέει το ύψος των προστίμων με τη σοβαρότητα της πράξης, το μέγεθος της επιχείρησης και τη διάρκεια της μη συμμόρφωσης. Με πρόστιμα που μπορούν να φτάσουν έως τις 300.000 ευρώ, καθώς και με αναστολές ή οριστικές ανακλήσεις πιστοποιητικών, το μήνυμα προς την αγορά είναι σαφές, χωρίς να γίνεται κραυγαλέο.
Η αυστηροποίηση αυτή αποκτά πρόσθετο βάρος στο ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον, όπου η συζήτηση για τη συμφωνία ΕΕ–Mercosur επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της άνισης ανταγωνιστικότητας και της προστασίας των γεωγραφικών ενδείξεων. Σε μια αγορά που ανοίγει περισσότερο σε προϊόντα τρίτων χωρών με διαφορετικά πρότυπα κόστους και ελέγχου, η αξιοπιστία των ευρωπαϊκών σημάτων ποιότητας μετατρέπεται σε κρίσιμο εργαλείο άμυνας. Υπό αυτό το πρίσμα, οι διοικητικές κυρώσεις δεν λειτουργούν μόνο ως μηχανισμός εσωτερικής συμμόρφωσης, αλλά και ως στοιχείο θεσμικής θωράκισης απέναντι σε έναν διεθνή ανταγωνισμό που γίνεται ολοένα και πιο απαιτητικός.
Στην ουσία, η απόφαση επιχειρεί να επαναφέρει το βάρος εκεί όπου είχε χαθεί. Στο γεγονός ότι οι ονομασίες προέλευσης δεν αποτελούν απλώς εμπορικό πλεονέκτημα, αλλά συλλογικό κεφάλαιο που στηρίζει την αξιοπιστία της ελληνικής αγροδιατροφής εντός και εκτός συνόρων. Παρ’ όλα αυτά, παρά τη θεσμική αυστηροποίηση, η πραγματική αποτύπωση του πλαισίου στην αγορά παραμένει ασαφής, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα αν το νέο καθεστώς θα λειτουργήσει ως εργαλείο ουσιαστικής εφαρμογής ή αν θα προστεθεί σε μια μακρά αλυσίδα ρυθμίσεων που έμειναν κυρίως στο επίπεδο της πρόθεσης.
Την ίδια στιγμή, η σημασία των ονομασιών προέλευσης για τη συνολική εικόνα της ελληνικής αγροδιατροφής καθιστά κρίσιμη την ορθή και συνεπή εφαρμογή του πλαισίου, ώστε η αυστηρότητα που προβλέπεται στα χαρτιά να μεταφραστεί, αυτή τη φορά, σε πραγματική προστασία στην πράξη. Προς το παρόν, πάντως, ένα είναι βέβαιο. Οι όροι του παιχνιδιού έχουν αλλάξει.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις