Mercosur: Η ευρωπαϊκή στρατηγική, οι πραγματικές ισορροπίες και το πολιτικό κόστος

Στις Βρυξέλλες, η εικόνα που μεταφέρουν στο Agrocapital ανώτατοι ευρωπαϊκοί αξιωματούχοι, στελέχη θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και opinion leaders της αγροδιατροφικής αγοράς διαφέρει αισθητά από τον δημόσιο πολιτικό θόρυβο που κυριαρχεί σε ορισμένες εθνικές πρωτεύουσες. Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur, όπως μας εξηγούν, δεν αντιμετωπίζεται ως ένα «αγροτικό άνοιγμα» που απειλεί την ευρωπαϊκή παραγωγή, αλλά ως μια ελεγχόμενη εμπορική και γεωπολιτική επιλογή, με αυστηρά μετρημένη έκθεση για τον πρωτογενή τομέα και σαφή στρατηγικά οφέλη για τη βιομηχανία, τις εξαγωγές και τη διεθνή θέση της Ένωσης.

«Οι αριθμοί είναι συγκεκριμένοι, τα όρια προκαθορισμένα και οι μηχανισμοί άμυνας ενσωματωμένοι», σημειώνουν χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι το πραγματικό διακύβευμα δεν βρίσκεται στις ποσοστώσεις του βοείου κρέατος ή των πουλερικών, αλλά στην ικανότητα της Ευρώπης να διατηρήσει εμπορική αξιοπιστία και γεωπολιτική βαρύτητα σε ένα διεθνές περιβάλλον που γίνεται ολοένα και πιο κατακερματισμένο.

Αυτή η θεσμική ανάγνωση εξηγεί και την απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 8 Ιανουαρίου 2026 να εγκρίνει, με ειδική πλειοψηφία, την υπογραφή της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur, ακόμη και χωρίς τη συναίνεση της Γαλλίας. Πίσω από τους υψηλούς πολιτικούς τόνους και τις έντονες αγροτικές αντιδράσεις, οι Βρυξέλλες αντιμετωπίζουν τη συμφωνία ως μια ελεγχόμενη εμπορική επιλογή, με σαφείς νικητές, περιορισμένους χαμένους και ξεκάθαρη γεωπολιτική στόχευση.

Η τελετή υπογραφής, προγραμματισμένη για τις 17 Ιανουαρίου 2026 στην Ασουνσιόν, με τη συμμετοχή της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σφραγίζει μια μακρά διαπραγματευτική διαδρομή που ξεκίνησε θεσμικά το 1999, ωρίμασε την περίοδο 2016–2019 και ολοκληρώθηκε πολιτικά μετά την επανεκκίνηση των συνομιλιών το 2023–2024.

Απομένουν πλέον τα κρίσιμα στάδια της επικύρωσης. Το καθαρά εμπορικό σκέλος της συμφωνίας θα τεθεί προς έγκριση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενώ το πολιτικό πλαίσιο της εταιρικής σχέσης θα ακολουθήσει τις εθνικές διαδικασίες κύρωσης. Η διπλή αυτή αρχιτεκτονική δεν είναι τυχαία· αντανακλά την προσπάθεια της Ένωσης να κινηθεί με ταχύτητα στο εμπορικό πεδίο, χωρίς να αγνοήσει τις πολιτικές ευαισθησίες των κρατών-μελών.

Στον πυρήνα της συζήτησης παραμένει το ερώτημα που απασχολεί τον αγροτικό κόσμο: ποιος πραγματικά κερδίζει και ποιος χάνει. Από την πλευρά των ευρωπαϊκών θεσμών, η απάντηση είναι ποσοτικά δομημένη. Οι πλέον ευαίσθητοι αγροτικοί τομείς – βόειο κρέας, πουλερικά και ζάχαρη – δεν ανοίγουν πλήρως στην αγορά της Mercosur, αλλά προστατεύονται μέσω περιορισμένων δασμολογικών ποσοστώσεων, οι οποίες αντιστοιχούν σε μικρό ποσοστό της συνολικής κατανάλωσης της ΕΕ. Η φιλοσοφία είναι σαφής: πρόσβαση χωρίς διατάραξη της εσωτερικής αγοράς.

Αντίθετα, τα μεγαλύτερα οφέλη της συμφωνίας τοποθετούνται εκτός γεωργίας. Η Mercosur παραμένει μια αγορά με υψηλούς δασμούς και ισχυρά ρυθμιστικά εμπόδια για τα ευρωπαϊκά βιομηχανικά προϊόντα, την αυτοκινητοβιομηχανία, τα χημικά και τις υπηρεσίες. Σε αυτό το πεδίο, η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιλαμβάνεται τη συμφωνία ως εργαλείο ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και διαφοροποίησης των εμπορικών της σχέσεων, σε μια περίοδο αυξανόμενου διεθνούς προστατευτισμού.

Η πολιτική ένταση, ωστόσο, συγκεντρώνεται στη Γαλλία. Η γαλλική αντίθεση δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη μακροχρόνια επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας της αγροτικής της οικονομίας. Από το 2010 και μετά, το αγροδιατροφικό ισοζύγιο της Γαλλίας εντός της ΕΕ μετατρέπεται σταδιακά σε ελλειμματικό, ενώ το αγροτικό εισόδημα αυξάνεται με ρυθμούς σημαντικά χαμηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σε αυτό το πλαίσιο, η Mercosur λειτουργεί περισσότερο ως πολιτικό σύμβολο παρά ως πραγματική αιτία πίεσης.

Η επιλογή του Εμανουέλ Μακρόν να αναδείξει τις λεγόμενες «ρήτρες καθρέφτη», απαιτώντας πλήρη ευθυγράμμιση των όρων παραγωγής των χωρών της Mercosur με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, δημιούργησε ένα διαπραγματευτικό όριο που οι εταίροι δεν ήταν διατεθειμένοι να υπερβούν. Αντίθετα, άλλα κράτη-μέλη υιοθέτησαν πιο πραγματιστική στάση. Η Τζόρτζια Μελόνι αντιμετώπισε τη συμφωνία ως μέρος μιας ευρύτερης διαπραγμάτευσης που συνδέεται με τη μελλοντική Κοινή Αγροτική Πολιτική και τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα της Ένωσης.

Πέρα από την αγροτική διάσταση, η Mercosur φέρει σαφή γεωπολιτική φόρτιση. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εμβάθυνση των σχέσεων με τη Νότια Αμερική λειτουργεί ως αντίβαρο τόσο στον αυξανόμενο οικονομικό εθνικισμό των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και στην ενισχυμένη παρουσία της Κίνας στην περιοχή. Μια αποτυχία επικύρωσης θα εξέπεμπε μήνυμα θεσμικής αδυναμίας, όχι μόνο προς τις χώρες της Mercosur αλλά και προς άλλους εταίρους με τους οποίους η Ένωση διαπραγματεύεται.

Η συμφωνία, τελικά, δεν λειτουργεί ως καταλύτης ανατροπής για τον πρωτογενή τομέα, αλλά ως ενσωμάτωση των υφιστάμενων ισορροπιών σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ευρωπαϊκής στρατηγικής επιλογής. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν η Mercosur «ανοίγει» ή «κλείνει» την ευρωπαϊκή γεωργία, αλλά αν η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να διατηρήσει εμπορική συνέπεια, γεωπολιτική στόχευση και εσωτερική θεσμική συνοχή τη στιγμή που ανοίγουν ή επανεκκινούνται παράλληλα διαπραγματευτικά μέτωπα με την Ινδία και τις χώρες της ASEAN. Σε αυτό το πλαίσιο, η Mercosur λειτουργεί λιγότερο ως μεμονωμένη συμφωνία και περισσότερο ως δοκιμασία της ευρωπαϊκής ικανότητας να διαχειρίζεται σύνθετες εμπορικές σχέσεις χωρίς να μεταφέρει τις εσωτερικές της αντιφάσεις στο ίδιο το τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις