Μια απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής φωτίζει το πώς η Ευρώπη ρυθμίζει όχι μόνο το τι παράγεται, αλλά και το πώς επιτρέπεται να ονομάζεται σε μια αγορά όπου η ετικέτα φέρει την βαρύτητα των κανόνων-νόμων.
Στα ράφια των ευρωπαϊκών σούπερ μάρκετ, το γάλα μοιάζει με το πιο απλό από τα προϊόντα. Κι όμως, πίσω από τη λευκή του όψη κρύβεται ένα από τα πιο αυστηρά ρυθμισμένα πεδία της ενιαίας αγοράς. Κάθε λέξη στην ετικέτα του, κάθε υπαινιγμός ποιότητας ή φρεσκάδας, περνά μέσα από ένα πυκνό φίλτρο. Αυτό ακριβώς υπενθυμίζει η απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μια παρέμβαση που, χωρίς θόρυβο, επαναφέρει στο προσκήνιο το πού τελειώνει η εμπορική αφήγηση και πού αρχίζει ο κανόνας.
Μιλώντας εξ ονόματος της Επιτροπής, ο Christophe Hansen τοποθέτησε το ζήτημα σε ένα καθαρά θεσμικό πλαίσιο. Οι ονομασίες πώλησης για το γάλα κατανάλωσης, τονίζει, καθορίζονται ρητά στον Κανονισμό της (ΕΕ) αριθ. 1308/2013. Δεν πρόκειται για σύσταση ούτε για κατευθυντήρια γραμμή, αλλά για δεσμευτικό κανόνα που ισχύει ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη. Στην ευρωπαϊκή αγορά, το «γάλα» δεν είναι απλώς μια λέξη είναι νομικός ορισμός.
Η παρέμβαση, ωστόσο, δεν έρχεται να παγώσει την καινοτομία ή να φιμώσει την επικοινωνία των παραγωγών, αντίθετα, αναγνωρίζει ότι οι επιχειρήσεις τροφίμων έχουν δικαίωμα και συχνά λόγο να εξηγούν τις τεχνικές επιλογές τους. Μπορούν να μιλούν για διαδικασίες, για μεθόδους παστερίωσης, ακόμη και να χρησιμοποιούν εμπορικούς όρους όπως «γάλα ημέρας». Η προϋπόθεση, όμως, είναι αδιαπραγμάτευτη η πληροφόρηση πρέπει να είναι απολύτως σαφής και να μην παραπλανά ή να συγχέει τον καταναλωτή.
Εδώ ακριβώς εστιάζει η Επιτροπή εάν ένας παραγωγός επιλέξει την ένδειξη «γάλα ημέρας», οφείλει να διευκρινίζει με ακρίβεια τι σημαίνει αυτό στην πράξη. Η αναφορά πρέπει να συνδέεται ξεκάθαρα με χαμηλότερη θερμοκρασία παστερίωσης και με μεγαλύτερη διάρκεια της διαδικασίας, ώστε να αποκλείεται κάθε άλλη ερμηνεία. Ο όρος δεν μπορεί να λειτουργήσει ως σιωπηρός ισχυρισμός για «χαμηλά λιπαρά», ως διατροφικό πλεονέκτημα ή ως ένδειξη περιβαλλοντικής υπεροχής, αν τέτοια χαρακτηριστικά δεν υφίστανται.
Η επίκληση των του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 δεν είναι τυπική νομική αναφορά αναφέρει ο ίδιος . Αποτελεί υπενθύμιση ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση η επισήμανση τροφίμων είναι θέμα δημόσιας εμπιστοσύνης. Οι πληροφορίες πρέπει να είναι αληθείς, κατανοητές και, όπου απαιτείται, επιστημονικά τεκμηριωμένες. Η ετικέτα δεν είναι χώρος υπαινιγμών αλλά είναι εργαλείο ακριβούς ενημέρωσης.
Πίσω από αυτή τη φαινομενικά τεχνική συζήτηση, διακρίνεται μια βαθύτερη ευρωπαϊκή σταθερά. Η Ένωση επιτρέπει τη διαφοροποίηση, ενθαρρύνει την προστιθέμενη αξία και στηρίζει την προώθηση των προϊόντων της ακόμη και διεθνώς, μέσω της πολιτικής προώθησης που θεσπίζεται με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1144/2014. Εκείνο που δεν επιτρέπει είναι η σύγχυση. Στην ενιαία αγορά, η αξία δεν χτίζεται με αμφίσημους όρους, αλλά με σαφείς κανόνες και κοινή γλώσσα.
Πίσω από αυτή τη φαινομενικά τεχνική συζήτηση, διακρίνεται μια βαθύτερη ευρωπαϊκή σταθερά. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέπει τη διαφοροποίηση, ενθαρρύνει την προστιθέμενη αξία και στηρίζει ενεργά την προώθηση των προϊόντων της — ακόμη και διεθνώς, μέσω της πολιτικής προώθησης που θεσπίζεται με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1144/2014. Εκείνο που δεν επιτρέπει είναι η σύγχυση. Στην ενιαία αγορά, η αξία δεν χτίζεται με αμφίσημους όρους, αλλά με σαφείς κανόνες και κοινή γλώσσα.
Και μέχρι εδώ, η εικόνα είναι καθαρή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μιλά με νομική ακρίβεια, θέτει όρια, εξηγεί τι επιτρέπεται και τι όχι. Όμως το ερώτημα που ακούγεται χαμηλόφωνα στην αγορά και όλο και συχνότερα μεγαλόφωνα δεν αφορά τις Βρυξέλλες. Αφορά το τι συμβαίνει μετά.
Γιατί το πραγματικό βάρος δεν πέφτει στο τι λέει η ευρωπαϊκή νομοθεσία, αλλά στο αν και πώς αυτή εφαρμόζεται. Και ειδικά στην ελληνική αγορά, το κενό ανάμεσα στον κανόνα και την καθημερινή πρακτική παραμένει αισθητό. Οι όροι μπορεί να είναι ξεκάθαροι στα χαρτιά, όμως οι έλεγχοι, η συνέπεια, η ίση μεταχείριση και η επιβολή τους συχνά εμφανίζονται αποσπασματικά, αργά ή επιλεκτικά.
Εδώ γεννιέται η αμηχανία. Όχι απέναντι στην Ευρώπη, αλλά εντός της χώρας. Ποιος ελέγχει αν οι ετικέτες λένε αυτό ακριβώς που πρέπει; Ποιος διασφαλίζει ότι οι διευκρινίσεις δεν μένουν στα ψιλά γράμματα; Ποιος προστατεύει τον καταναλωτή, αλλά και τον συνεπή παραγωγό, από έναν ανταγωνισμό που συχνά παίζει στα όρια της ασάφειας;
Το «γάλα ημέρας», τελικά, δεν είναι απλώς μια λέξη που διεκδικεί χώρο στο ράφι. Είναι ένας καθρέφτης. Δείχνει πώς η Ευρώπη ρυθμίζει όχι μόνο τα προϊόντα της, αλλά και τις λέξεις που τα συνοδεύουν με την πεποίθηση ότι, σε μια ώριμη αγορά, η ακρίβεια της ονομασίας είναι μέρος της ποιότητας.
Αυτό που αναρωτιέται ο κόσμος, όμως, δεν είναι αν ο κανόνας υπάρχει. Είναι αν εφαρμόζεται. Και κάπου εκεί γεννιέται ένα αίσθημα εγκλωβισμού: οι κανόνες είναι αυστηροί για όλους στα χαρτιά, αλλά στην πράξη όχι πάντα για όλους το ίδιο. Ο καταναλωτής προσπαθεί να καταλάβει τι διαβάζει. Ο παραγωγός που θέλει να είναι σωστός νιώθει ότι παίζει σε άνισο γήπεδο. Και η αγορά κινείται σε ένα γκρίζο πεδίο, όπου η σαφήνεια υπάρχει θεσμικά, αλλά λείπει επιχειρησιακά.
Ίσως, τελικά, το πιο κρίσιμο ερώτημα δεν είναι τι λέει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή γιατί αυτό το λέει καθαρά. Είναι ποιος ελέγχει, ποιος παρεμβαίνει και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη ώστε οι λέξεις στο μπουκάλι να σημαίνουν, στην πράξη, αυτό ακριβώς που υπόσχονται.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις