Η επιτάχυνση, στην ευρωπαϊκή πολιτική, σπάνια είναι ουδέτερη λέξη. Στις αρχές Δεκεμβρίου του 2025, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε το λεγόμενο European grids package, ένα νομοθετικό σύνολο που φιλοδοξεί να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη εγκρίνει, σχεδιάζει και υλοποιεί κρίσιμες ενεργειακές υποδομές. Στην καρδιά του πακέτου βρίσκεται η πρόταση για την επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης, μια απόπειρα να αντιμετωπιστεί ένα πρόβλημα που εδώ και χρόνια λειτουργεί ως αθέατο φρένο στην ενεργειακή μετάβαση.
Οι αριθμοί που συνοδεύουν την πρωτοβουλία δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνειών. Περισσότερα από 500 GW δυνητικής αιολικής ισχύος παρέμεναν σε ουρές σύνδεσης το 2024, ενώ η ολοκλήρωση έργων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας απαιτεί κατά μέσο όρο έως και 10 έτη, με πάνω από τον μισό χρόνο να καταναλώνεται σε διοικητικές και περιβαλλοντικές εγκρίσεις. Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει στόχο ο βαθμός εξηλεκτρισμού της οικονομίας να ανέλθει στο 32% έως το 2030, από 21,3% σήμερα, και να ενσωματωθούν επιπλέον 2,2–2,4 τεραβάτ (TW) ανανεώσιμης ισχύος για την επίτευξη των στόχων του 2040.
Η εξίσωση είναι απλή μόνο στην επιφάνεια: χωρίς ταχύτερα δίκτυα, δεν υπάρχει φθηνή καθαρή ενέργεια· χωρίς φθηνή καθαρή ενέργεια, η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα αποδυναμώνεται.
Η πρόταση της Επιτροπής επιχειρεί να απαντήσει με θεσμικά εργαλεία. Προβλέπει δεσμευτικές προθεσμίες για τις άδειες, εισαγωγή της αρχής της σιωπηρής έγκρισης σε συγκεκριμένα στάδια, δημιουργία ενιαίων ψηφιακών πυλών για τις διαδικασίες αδειοδότησης και μια ρητή τεκμήρια υπέρτατου δημοσίου συμφέροντος για έργα ΑΠΕ, δικτύων, αποθήκευσης και σταθμών φόρτισης. Για ορισμένες κατηγορίες έργων, όπως φωτοβολταϊκά άνω των 100 kW, οι προθεσμίες περιορίζονται σε τρεις έως έξι μήνες, ενώ η σύνδεση στο δίκτυο καλείται να ολοκληρώνεται σε ένα έως τρεις μήνες, ανάλογα με την ισχύ.
Πίσω από αυτές τις ρυθμίσεις διακρίνεται μια σαφής πολιτική επιλογή: η μετάβαση από ένα κατακερματισμένο εθνικό μωσαϊκό διαδικασιών σε ένα ενιαίο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τα ηλεκτρικά δίκτυα, κάτι που μέχρι σήμερα απουσίαζε. Το νέο καθεστώς αντλεί στοιχεία από την εμπειρία των αγορών φυσικού αερίου και υδρογόνου, εναρμονίζεται με την αναθεωρημένη Οδηγία για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (RED III) και συμπληρώνει τον Κανονισμό TEN-E για τα διασυνοριακά έργα.
Ωστόσο, η επιτάχυνση έχει κόστος — και όχι μόνο δημοσιονομικό. Η ίδια η ανάλυση επιπτώσεων της Επιτροπής αναγνωρίζει ότι η εφαρμογή των νέων κανόνων προϋποθέτει επαρκώς στελεχωμένες εθνικές αρχές, ψηφιακές υποδομές που σε πολλά κράτη-μέλη παραμένουν ελλιπείς και μια λεπτή ισορροπία με το περιβαλλοντικό κεκτημένο. Η ευελιξία στους ελέγχους και οι εξαιρέσεις από μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ιδίως για αναβαθμίσεις υφιστάμενων έργων, ενδέχεται να επιταχύνουν επενδύσεις, αλλά ταυτόχρονα αυξάνουν τον κίνδυνο κοινωνικών αντιδράσεων και δικαστικών προσφυγών.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ήδη τοποθετηθεί υπέρ μιας φιλόδοξης επιτάχυνσης. Σε ψηφίσματα του Ιουλίου και Ιουνίου 2025, υπογράμμισε ότι οι καθυστερήσεις στα δίκτυα απειλούν την ασφάλεια εφοδιασμού και ζήτησε συντόμευση των διαδικασιών, χωρίς όμως να παραβλέπεται η ανάγκη για επαρκή διοικητική ικανότητα και θεσμική συνοχή. Το Συμβούλιο των κρατών-μελών, από την πλευρά του, έχει αναγνωρίσει ότι χωρίς γρήγορες άδειες τα ευρωπαϊκά δίκτυα δεν μπορούν να κλιμακωθούν στον απαιτούμενο βαθμό, επιμένοντας παράλληλα στη σημασία της έγκαιρης ενημέρωσης των πολιτών.
Στο παρασκήνιο, τα οικονομικά διακυβεύματα είναι σαφή. Οι επενδυτικές ανάγκες για τα ηλεκτρικά δίκτυα εκτιμώνται σε €1,2 τρισ. έως το 2040, ενώ για τα δίκτυα υδρογόνου σε €240 δισ.. Σύμφωνα με την εκτίμηση της Επιτροπής, ένα πιο συνεκτικό και κεντρικά συντονισμένο πλαίσιο θα μπορούσε να μειώσει το ετήσιο κόστος συστήματος κατά €14 δισ. και να αποφέρει καθαρά οφέλη €8 δισ. ετησίως ως το 2040, περιορίζοντας ταυτόχρονα τις εκπομπές κατά 27 εκατ. τόνους CO₂ ετησίως.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν η Ευρώπη χρειάζεται ταχύτερες άδειες. Είναι αν μπορεί να τις αποκτήσει χωρίς να διαρρήξει τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ θεσμών, τοπικών κοινωνιών και περιβάλλοντος. Η νομοθετική μάχη που ξεκινά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη-μέλη θα κρίνει αν η επιτάχυνση θα λειτουργήσει ως καταλύτης ή ως νέα πηγή τριβών — σε μια ήπειρο που καλείται να κινηθεί γρήγορα, αλλά όχι βιαστικά
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις