Η Ρωσία σχεδιάζει να ενισχύσει την παρουσία της στις διεθνείς αγορές προσφέροντας δικούς της σπόρους και τεχνολογίες, καθώς εκτιμά ότι οι αγορές εξαγωγής σιτηρών ενδέχεται να περιοριστούν λόγω της αύξησης της παραγωγής και σε άλλες χώρες. Τη θέση αυτή διατύπωσε η Ρωσίδα υπουργός Γεωργίας Οξάνα Λουτ, σύμφωνα με το The Western Producer.
Όπως ανέφερε, η Μόσχα βρίσκεται ήδη σε συζητήσεις με την Αίγυπτο —έναν από τους βασικούς αγοραστές ρωσικού σιταριού— για τη χρήση ρωσικών σπόρων και τεχνολογιών, με στόχο την αύξηση της παραγωγής και την ενίσχυση της επισιτιστικής ασφάλειας της χώρας. «Κατανοούμε ότι αργά ή γρήγορα κάθε χώρα αντιμετωπίζει αυτή την πρόκληση. Επομένως, δεν αρκεί πλέον να εμπορευόμαστε απλώς σιτηρά ή προϊόντα ελαιούχων σπόρων», δήλωσε η υπουργός στο World Grains and Pulses Forum στο Ντουμπάι.
Η Λουτ σημείωσε ότι η Ρωσία, η οποία ιστορικά βασιζόταν κυρίως σε εισαγόμενους ευρωπαϊκούς σπόρους, αύξησε την αυτάρκειά της σε σπόρους στο 70% το 2024, από 60% το 2022. Παράλληλα, ανέφερε ότι μέχρι το 2025 η χώρα προμήθευε δικούς της σπόρους αναπαραγωγής σε 35 χώρες, επισημαίνοντας ότι η συνεργασία μπορεί να επεκταθεί στην ανάπτυξη κοινών τεχνολογιών.
Σύμφωνα με την ίδια, σήμερα η Ρωσία διαθέτει το 78% του σιταριού της σε παραδοσιακούς αγοραστές στη Μέση Ανατολή και την Αφρική, κυρίως μέσω τερματικών σταθμών στη Μαύρη Θάλασσα. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι «είναι σοβαρό λάθος» να θεωρείται δεδομένο πως η Ρωσία θα συνεχίσει να προμηθεύει τις αγορές των εταίρων της με σιτηρά ή χύδην φυτικά έλαια.
Η Λουτ ανέφερε ακόμη ότι οι εμπορικές ροές μέσω των τερματικών της Μαύρης Θάλασσας δεν έχουν μειωθεί, παρά τον πόλεμο στην Ουκρανία, τον οποίο χαρακτήρισε ως «τρέχουσα κατάσταση».
Στο πλαίσιο των στόχων της, η Ρωσία επιδιώκει να αυξήσει τις αγροτικές εξαγωγές κατά 50% έως το 2030 και να ενισχύσει τις εξαγωγές σιτηρών στα 80 εκατ. τόνους, από 53 εκατ. τόνους την περίοδο 2024/25. Όπως είπε η υπουργός, η χώρα προτίθεται να μειώσει τους ενδιάμεσους και να πουλά απευθείας σε τελικούς αγοραστές, ενώ παράλληλα σχεδιάζει ανάπτυξη νέων τερματικών σταθμών σιτηρών στη Βαλτική και επέκταση των σιδηροδρομικών αποστολών προς την Άπω Ανατολή. Επιπλέον, ενισχύονται και οι αποστολές μέσω της Κασπίας Θάλασσας, κυρίως προς το Ιράν.
Σύμφωνα με τις δηλώσεις της Λουτ, η συνολική δυναμικότητα logistics για το αγροτικό εμπόριο εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά 25% έως το 2030, φτάνοντας τους 100 εκατ. τόνους.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις