Η Κομισιόν «βλέπει» 3,43 εκατ. τόνους ελαιόλαδο, αλλά η Ελλάδα πιέζεται

Η παγκόσμια παραγωγή ελαιολάδου επιστρέφει την περίοδο 2025/2026 κοντά στον μέσο όρο, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εκτιμά ότι θα φτάσει τους 3,43 εκατ. τόνους. Πίσω από τη συνολική εικόνα σταθεροποίησης, ωστόσο, η Ελλάδα εμφανίζεται ως μία από τις χώρες που πιέζονται περισσότερο, σε αντίθεση με άλλους μεγάλους παίκτες της αγοράς.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα συμβάλει με περίπου 2,05 εκατ. τόνους, σημειώνοντας οριακή μείωση 3% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, ενώ οι χώρες εκτός ΕΕ αναμένεται να περιοριστούν στους 1,38 εκατ. τόνους, μειωμένες κατά 5%. Στο εσωτερικό της Ένωσης, οι αποκλίσεις είναι έντονες: η Ισπανία παραμένει το «βαρόμετρο» της αγοράς με 1,37 εκατ. τόνους, ελαφρώς χαμηλότερα από πέρυσι, ενώ η Ιταλία καταγράφει ισχυρή ανάκαμψη, με άνοδο 25% και παραγωγή 310.000 τόνων.

Για την Ελλάδα, οι εκτιμήσεις είναι σαφώς δυσμενέστερες. Η παραγωγή προβλέπεται να υποχωρήσει στους 200.000 τόνους, καταγράφοντας πτώση 20% σε ετήσια βάση. Η εξέλιξη αυτή περιορίζει τη συμμετοχή της χώρας σε μια περίοδο όπου η διεθνής αγορά δείχνει σημάδια ισορροπίας και ο ανταγωνισμός εντείνεται, τόσο εντός όσο και εκτός Ευρώπης. Πτωτική πορεία αναμένεται και για την Πορτογαλία, με μείωση 15%, στους 150.000 τόνους.

Εκτός ΕΕ, η εικόνα είναι επίσης μικτή. Η Τυνησία ενισχύεται σημαντικά, με την παραγωγή να εκτιμάται στους 450.000 τόνους, αυξημένη κατά 32%, γεγονός που την καθιστά βασικό προμηθευτή της ευρωπαϊκής αγοράς. Στον αντίποδα, η Τουρκία προβλέπεται να περιοριστεί στους 290.000 τόνους, καταγράφοντας εντυπωσιακή πτώση 42% σε σχέση με πέρυσι. Τα αποθέματα στο τέλος της περιόδου αναμένεται να διαμορφωθούν στους 411.000 τόνους, χαμηλότερα από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας.

Στο εμπόριο, οι ροές παραμένουν έντονες. Οι ευρωπαϊκές εισαγωγές εκτιμώνται στους 190.000 τόνους και οι εξαγωγές στους 780.000 τόνους, ενώ η κατανάλωση στην ΕΕ προβλέπεται να υποχωρήσει στους περίπου 1,42 εκατ. τόνους. Ήδη στο δίμηνο Οκτωβρίου–Νοεμβρίου, οι εισαγωγές από τρίτες χώρες αυξήθηκαν κατά 27,8%, με τις ποσότητες από την Τυνησία να εμφανίζουν άνοδο σχεδόν 80%. Την ίδια περίοδο, οι εξαγωγές της Ένωσης κινήθηκαν αυξητικά κατά 29,5%, επιβεβαιώνοντας τη ζήτηση εκτός Ευρώπης.

Στο μέτωπο των τιμών παραγωγού, η εικόνα είναι πιο σταθερή αλλά όχι ιδιαίτερα ευνοϊκή για την Ελλάδα. Τον Ιανουάριο, η τιμή του εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου διαμορφώνεται στα 4,35 ευρώ το κιλό, επίπεδο χαμηλότερο τόσο από τον πενταετή μέσο όρο όσο και από πέρυσι. Στην Ισπανία η τιμή κινείται στα 4,39 ευρώ, ενώ στην Ιταλία φτάνει τα 6,82 ευρώ, παραμένοντας σαφώς υψηλότερη, παρά τη μεγάλη ετήσια υποχώρηση.

Την ίδια στιγμή, οι καταναλωτές βλέπουν ουσιαστική αποκλιμάκωση. Τον Δεκέμβριο του 2025, οι τιμές λιανικής στην ΕΕ μειώθηκαν κατά μέσο όρο 22,5%, με την Ελλάδα να καταγράφει τη μεγαλύτερη πτώση, άνω του 30%.

Στις επιτραπέζιες ελιές, η εικόνα είναι πιο ισορροπημένη και για τη χώρα μας πιο ενθαρρυντική. Η παγκόσμια παραγωγή προβλέπεται στους 2,99 εκατ. τόνους, ενώ η ελληνική παραγωγή εκτιμάται στους 243.000 τόνους, αυξημένη κατά 2%, σε αντίθεση με την Ισπανία που αναμένεται να υποχωρήσει. Οι τιμές νωπού προϊόντος για τις ελληνικές ποικιλίες κινούνται στα 160,73 ευρώ ανά 100 κιλά, καταγράφοντας άνοδο σχεδόν 28% σε σχέση με πέρυσι και αποτελώντας ένα από τα λίγα θετικά σημεία για τον κλάδο.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις