Γιατί οι έλεγχοι στο ελαιόλαδο δεν φτάνουν πάντα μέχρι την αγορά

Για χρόνια, το ελαιόλαδο θεωρούνταν από τις πιο αυστηρά ρυθμισμένες αγορές τροφίμων στην ΕΕ. Όμως, σύμφωνα με όσα μας μεταφέρουν πηγές στις Βρυξέλλες, το πρόβλημα σήμερα δεν είναι η ρύθμιση, αλλά η απόσταση ανάμεσα στο σύστημα ελέγχου και την πραγματική αγορά.Όσα μας έχουν εμπιστευθεί ευρωπαϊκές πηγές τις τελευταίες εβδομάδες δεν αφορούν μια ακόμη τεχνική διόρθωση ή μια τυπική αναθεώρηση κανονισμών. Αφορούν κάτι πιο βαθύ, πιο αθόρυβο και γι’ αυτό πιο κρίσιμο. Τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση πιστεύει ότι ελέγχει το ελαιόλαδο και τον τρόπο με τον οποίο αυτό ελέγχεται τελικά στην πράξη.

Στα χαρτιά, το σύστημα μοιάζει πλήρες αλλά στην πραγματικότητα, όπως παραδέχονται αρμόδιες πηγές, η εικόνα που φτάνει στις Βρυξέλλες είναι αποσπασματική. Όχι επειδή λείπουν οι κανόνες, αλλά επειδή η εφαρμογή τους σταματά συχνά πριν φτάσει στην αγορά. Εκεί όπου η ποιότητα μεταφράζεται σε τιμή και η προέλευση σε εμπιστοσύνη.

Το πρόβλημα δεν είναι νέο είναι αρκετά παλιό και αυτό που αλλάζει τώρα είναι ότι κανείς στις Βρυξέλλες δεν προσποιείται πια ότι δεν το βλέπει.

Σύμφωνα με πληροφοριες, το νομικό πλαίσιο για τους ελέγχους του ελαιολάδου στην ΕΕ χαρακτηρίζεται ολοκληρωμένο, αλλά δεν εφαρμόζεται ομοιόμορφα από τα κράτη μέλη. Σε ορισμένες περιπτώσεις δεν πραγματοποιείται ο ελάχιστος αριθμός ελέγχων. Σε άλλες, οι εργαστηριακές αναλύσεις είναι ελλιπείς. Και σε κρίσιμα σημεία, όπως η ιχνηλασιμότητα, η προέλευση ενός προϊόντος δεν μπορεί πάντα να επαληθευτεί .

Αυτό που προκαλεί ανησυχία στις Βρυξέλλες δεν είναι μόνο οι αποκλίσεις. Είναι το χάσμα ανάμεσα στα δεδομένα που δηλώνονται και σε αυτά που μπορούν να ελεγχθούν. Η Επιτροπή βασίζεται σε ετήσιες εκθέσεις κρατών μελών, όμως η ίδια παραδέχεται ότι έχει μερική μόνο εικόνα των εθνικών συστημάτων ελέγχου. Με απλά λόγια, η Ευρώπη γνωρίζει τι προβλέπεται, αλλά δεν γνωρίζει πάντα τι συμβαίνει.

Η κατάσταση γίνεται πιο σύνθετη όταν το ζήτημα μεταφέρεται εκτός συνόρων. Παρότι η ΕΕ εισάγει σημαντικές ποσότητες ελαιολάδου από τρίτες χώρες, οι έλεγχοι για φυτοφάρμακα και άλλους επιμολυντές χαρακτηρίζονται από πηγές ως από περιορισμένοι έως σχεδόν ανύπαρκτοι. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που ελέγχει αυστηρά τον ευρωπαίο παραγωγό, αλλά δεν εφαρμόζει την ίδια ένταση ελέγχου σε όλη την αλυσίδα.

Ιδιαίτερο βάρος αποκτά και η συζήτηση για την ποιοτική υποβάθμιση. Οι περισσότερες περιπτώσεις μη συμμόρφωσης εντοπίζονται μέσω οργανοληπτικών ελέγχων και συνδέονται με υποβάθμιση του προϊόντος στον χρόνο, συχνά λόγω αποθήκευσης, διάρκειας ζωής ή πρακτικών ανάμειξης που επιτρέπονται αλλά δεν ελέγχονται επαρκώς. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται, σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές, η γκρίζα ζώνη ανάμεσα στο νόμιμο και στο αξιόπιστο.

Για τις Βρυξέλλες, το ερώτημα δεν είναι αν χρειάζονται περισσότεροι κανόνες. Είναι αν οι υφιστάμενοι κανόνες παράγουν πραγματικό έλεγχο ή απλώς κανονιστική βεβαιότητα. Και αυτό το ερώτημα έχει πολιτικό και οικονομικό βάρος, ιδίως για χώρες όπου το ελαιόλαδο αποτελεί στρατηγικό προϊόν, εξαγωγικό πλεονέκτημα και πολιτιστικό κεφάλαιο.

Όπως μας το περιέγραψε χαρακτηριστικά ευρωπαϊκή πηγή, κανείς δεν θέλει ένα σύστημα που να λειτουργεί μόνο στα έγγραφα. Γιατί σε μια αγορά υψηλών τιμών και μειωμένης παραγωγής, το λάθος δεν θα το πληρώσει ο κανονισμός. Θα το πληρώσει η αξιοπιστία.

Και αυτό, στις Βρυξέλλες, το γνωρίζουν πια πολύ καλά.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις