Η ΚΑΠ του 2028 ξεκινά από τις λεπτομέρειες

Η νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική για τη γεωργία μεταφέρει ευθύνη και ρίσκο στα κράτη μέλη και για την Αθήνα το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό αλλά βαθιά πρακτικό

Η συζήτηση για την Κοινή Αγροτική Πολιτική μετά το 2027 εξελίσσεται πιο αθόρυβα απ’ όσο θα περίμενε κανείς για μια πολιτική που καθορίζει το εισόδημα εκατοντάδων χιλιάδων παραγωγών. Κι όμως, πίσω από τη γλώσσα της «ευελιξίας» και της «απλούστευσης», διαμορφώνεται ένα νέο πλαίσιο στο οποίο οι ισορροπίες αλλάζουν αισθητά και όχι πάντα υπέρ χωρών όπως η Ελλάδα.

Η βασική μετατόπιση είναι θεσμική αλλά οι συνέπειες είναι απολύτως υλικές. Η ΚΑΠ παύει να λειτουργεί ως ένα σαφώς οριοθετημένο ευρωπαϊκό εργαλείο και εντάσσεται σε ένα ευρύτερο χρηματοδοτικό σχήμα, με μεγαλύτερο βάρος στον εθνικό σχεδιασμό. Αυτό σημαίνει ότι η τελική εικόνα των πόρων δεν είναι εκ των προτέρων δεδομένη, αλλά εξαρτάται από το πώς και πότε κάθε κράτος θα καταθέσει και θα διαπραγματευτεί το σχέδιό του.

Για χώρες με ισχυρή διοικητική μηχανή και δημοσιονομικά περιθώρια, αυτό συνιστά πρόκληση ενώ για την Ελλάδα, όμως, συνιστά δομικό ρίσκο. Η εμπειρία δείχνει ότι η χώρα σπάνια επένδυσε σε έγκαιρη και ουσιαστική προετοιμασία των ευρωπαϊκών φακέλων, προτιμώντας συχνά τη διαχείριση της τελευταίας στιγμής. Στο νέο πλαίσιο, αυτή η τακτική δεν αφήνει περιθώρια προσαρμογής εκ των υστέρων.

Το ίδιο υπόγειο αλλά κρίσιμο ζήτημα αναδύεται και στο πεδίο της χρηματοδότησης. Παρεμβάσεις που μέχρι σήμερα θεωρούνταν αυτονόητα ευρωπαϊκές απαιτούν πλέον αυξημένη εθνική συμμετοχή, συχνά άνω του 30%. Το ερώτημα που αποφεύγεται δημοσίως αλλά συζητείται έντονα στις Βρυξέλλες είναι απλό: υπάρχει πραγματικός δημοσιονομικός σχεδιασμός για να στηριχθούν αυτές οι επιλογές ή η χώρα θα αναγκαστεί να περιορίσει τις φιλοδοξίες της στην πράξη;

 

Στην ίδια λογική εντάσσεται και η υπόθεση των Μικρών Νησιών του Αιγαίου, ένα πεδίο όπου η Ελλάδα παραδοσιακά διεκδικεί ειδική μεταχείριση. Το καθεστώς διατηρείται, αλλά η χρηματοδότησή του καθίσταται πιο ευάλωτη σε εσωτερικές ανακατανομές. Έτσι, η νησιωτικότητα παύει να λειτουργεί ως δεδομένο επιχείρημα και μετατρέπεται σε διαρκές αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με κόστος που δεν αποτυπώνεται άμεσα στους τίτλους αλλά γίνεται αισθητό στην εφαρμογή.

 

Ακόμη και στο πεδίο των άμεσων ενισχύσεων, όπου η Ελλάδα θεωρητικά ευνοείται λόγω μικρού και κατακερματισμένου κλήρου, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η υποχρεωτική απομείωση και το ανώτατο όριο πληρωμών στα 100.000 ευρώ αλλάζουν τον τρόπο κατανομής των πόρων, αλλά αφήνουν μεγάλα περιθώρια ερμηνείας στην εφαρμογή. Εκεί ακριβώς θα κριθεί αν η χώρα θα αξιοποιήσει τη ρύθμιση για στοχευμένη στήριξη ή αν θα χαθεί μέσα σε τεχνικές προσαρμογές χωρίς σαφή πολιτική κατεύθυνση.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, ωστόσο, δεν αφορά τα ποσά αλλά τον χρόνο η νέα δομή προϋποθέτει εθνικούς κανόνες, νέες εγκρίσεις και μεταβατικές φάσεις. Σε αυτό το σημείο, η ρητή προειδοποίηση για καθυστερήσεις πληρωμών αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για μια χώρα με ιστορικό διοικητικών εμπλοκών. Η μετάβαση δεν θα είναι ουδέτερη και όσοι δεν προετοιμαστούν έγκαιρα θα το διαπιστώσουν στο χωράφι και όχι στα χαρτιά.

Σύμφωνα με έγγραφο που έφτασε σήμερα στα χέρια μας, και το οποίο αναλύθηκε σε συζητήσεις με πρόσωπα που γνωρίζουν εκ των έσω τη διαδικασία, αυτό που πραγματικά αλλάζει δεν είναι μόνο το θεσμικό πλαίσιο αλλά ο βαθμός ευθύνης που μεταφέρεται στα κράτη μέλη. Και σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η ΚΑΠ γίνεται πιο ευέλικτη, αλλά ποιοι ήταν παρόντες όταν γράφτηκαν οι λεπτομέρειες και ποιοι θα κληθούν απλώς να τις εφαρμόσουν.

Και για του λόγου το αληθές, ενσωματώνουμε το έγγραφο στο οποίο βασίζεται η ανάλυση και το οποίο αποτυπώνει με σαφήνεια τις αλλαγές που προωθούνται.

Διαβάστε εδώ αναλυτικά

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις