Λίγο πριν ξημερώσει, τα πρώτα τρακτέρ θα βγουν στον δρόμο για την Αθήνα. Περίπου 80 μηχανήματα αναμένεται να συγκεντρωθούν ως το μεσημέρι στις Αφίδνες και, στη συνέχεια, να κινηθούν προς το κέντρο. Στις 16:00, οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι δίνουν ραντεβού στην πλατεία Συντάγματος, μεταφέροντας στην καρδιά της πρωτεύουσας την πίεση που συσσωρεύτηκε ύστερα από εβδομάδες κινητοποιήσεων στην περιφέρεια.
Στους διαδρόμους της Βουλής, ωστόσο, μια άλλη κινητοποίηση εξελίσσεται με διαφορετικούς ρυθμούς, πιο αθόρυβους, πιο θεσμικούς, αλλά με φιλοδοξία να είναι πιο διαρκείς. ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά κατέθεσαν πρόταση νόμου για τη σύσταση και λειτουργία ενός Εθνικού Συμβουλίου Αγροτικής Πολιτικής (Ε.Σ.Α.Π.), λίγες ώρες πριν από το συλλαλητήριο. Η χρονική σύμπτωση δεν κρύβει την πολιτική της σημασία, από τη μία, ένας δρόμος που καταλήγει στο Σύνταγμα από την άλλη, ένα κείμενο που προσπαθεί να μεταφέρει την ένταση του δρόμου σε έναν μόνιμο μηχανισμό χάραξης πολιτικής.
Η πρόταση παρουσιάζεται από τους εισηγητές της ως απάντηση σε μια διαχρονική απουσία σταθερού, μακροπρόθεσμου και θεσμικά κατοχυρωμένου στρατηγικού σχεδιασμού για τον πρωτογενή τομέα. Είναι, ταυτόχρονα, μια έμμεση διάγνωση για το πώς λειτουργεί συχνά το ελληνικό κράτος όταν αντιμετωπίζει κοινωνική πίεση,
με εξαγγελίες που μοιάζουν επείγουσες, αλλά καταλήγουν προσωρινές, με διαβουλεύσεις που ξεκινούν δυνατά, αλλά δυστυχώς ξεφουσκώνουν μόλις κοπάσει ο θόρυβος.

Στην αιτιολογική έκθεση, το πρόβλημα περιγράφεται με όρους δομικούς, σχεδόν δημογραφικούς. Μικρό και πολυτεμαχισμένο μέγεθος εκμετάλλευσης, γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, περιορισμένη εφαρμογή καινοτομιών και χαμηλή σύνδεση της έρευνας με την παραγωγή, ένα μίγμα που, όπως αναφέρεται, «αναπόφευκτα οδηγεί» σε υψηλό κόστος παραγωγής, χαμηλή παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα και χαμηλό γεωργικό εισόδημα. Σε αυτή τη λίστα προστίθενται οι υποδομές. Η απουσία ολοκληρωμένων έργων για τη διαχείριση υδατικών πόρων, τα κενά στο αγροτικό και δασικό οδικό δίκτυο, τα ελλείμματα στην ευρυζωνική κάλυψη και η συνολική υποβάθμιση της ποιότητας ζωής στην ύπαιθρο. Το αποτέλεσμα, που σημειώνεται, τελικά είναι η εγκατάλειψη, ως σταθερή μετακίνηση ανθρώπων, δεξιοτήτων και προσδοκιών προς αλλού.
Το Ε.Σ.Α.Π., όπως σχεδιάζεται, επιχειρεί να λειτουργήσει ως ένας κόμβος όπου η αγροτική πολιτική δεν θα διαμορφώνεται μόνο από το εκάστοτε υπουργικό επιτελείο, αλλά θα περνά μέσα από ένα πλέγμα κοινωνικού διαλόγου, τεκμηρίωσης και κοινοβουλευτικής εποπτείας.
Προβλέπεται συμμετοχή εκπροσώπων της Πολιτείας και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των αγροτικών οργανώσεων και συνεταιρισμών, της ακαδημαϊκής και ερευνητικής κοινότητας, καθώς και κοινωνικών εταίρων και παραγωγικών φορέων. Στη σύνθεσή του αποτυπώνεται η επιδίωξη να συνομιλήσουν πολλοί κόσμοι που σπάνια κάθονται στο ίδιο τραπέζι. Η περιφέρεια με το κέντρο, η παραγωγή με την επιστήμη, οι θεσμοί με την αγορά, η πολιτική αντιπαράθεση με τη θεσμική συνέχεια.
Η πιο φιλόδοξη διάταξη της πρότασης είναι εκείνη που μετακινεί το Συμβούλιο από τον παραδοσιακό ρόλο ενός οργάνου «γνωμοδότησης» σε κάτι πιο δεσμευτικό. Κεντρική καινοτομία χαρακτηρίζεται ότι το Ε.Σ.Α.Π. θα καταρτίζει, θα παρακολουθεί και θα επικαιροποιεί έναν δεσμευτικό Εθνικό Οδικό Χάρτη Αγροτικής Πολιτικής, ο οποίος εγκρίνεται από τη Βουλή και θα αποτελεί «υποχρεωτικό πλαίσιο αναφοράς» για κάθε κυβέρνηση. Με άλλα λόγια, η αγροτική πολιτική θα επιχειρούσε να αποκτήσει μια μορφή συνέχειας που δεν εξαρτάται από τον εκλογικό κύκλο, αλλά από μια κοινοβουλευτική δέσμευση με στόχους, χρονοδιαγράμματα και δείκτες αξιολόγησης.
Στον Οδικό Χάρτη προβλέπεται να αποτυπώνονται στόχοι ανά κλάδο και ανά περιφέρεια, μέτρα πολιτικής και κανονιστικές παρεμβάσεις, χρονοδιάγραμμα με ενδιάμεσα ορόσημα και KPIs ποσοτικούς και ποιοτικούς. Προβλέπεται επίσης εκτίμηση επιπτώσεων στο κόστος παραγωγής, στο εισόδημα και στη διατροφική ασφάλεια, καθώς και στο περιβάλλον και την κλιματική ανθεκτικότητα. Και, ίσως το πιο πολιτικά φορτισμένο στοιχείο, κάθε απόκλιση από τον Οδικό Χάρτη θα επιτρέπεται μόνο με ειδική και πλήρως αιτιολογημένη έκθεση προς τη Βουλή, όπου θα τεκμηριώνονται λόγοι, συνέπειες και αντισταθμιστικά μέτρα.
Το πλαίσιο λογοδοσίας είναι επίσης συγκεκριμένο. Το Συμβούλιο θα υποβάλλει ετήσια έκθεση εφαρμογής του Οδικού Χάρτη, ενώ η κυβέρνηση θα καλείται εντός εξήντα ημερών να καταθέτει Έκθεση Συμμόρφωσης με μέτρα, χρονοδιαγράμματα, χρηματοδότηση και δείκτες επίτευξης, απαντώντας ρητά στις βασικές διαπιστώσεις και εισηγήσεις, ιδίως σε περιπτώσεις αποκλίσεων. Πρόκειται για μια προσπάθεια να μετατραπεί η αγροτική πολιτική από πεδίο εξαγγελιών σε πεδίο μετρήσιμης δέσμευσης, να μετακινηθεί δηλαδή από το «τι υποσχεθήκαμε» στο «τι κάναμε, πότε και με ποιο αποτέλεσμα».
Η αντιπολίτευση συνδέει αυτή την αρχιτεκτονική με ένα πολιτικό επιχείρημα που συναντά κανείς σε κάθε μεγάλο κύμα αγροτικών κινητοποιήσεων ότι οι παρεμβάσεις είναι συχνά αποσπασματικές, βραχυπρόθεσμες, προσαρμοσμένες στην πίεση της στιγμής. Στο κείμενο σημειώνεται ότι η αντιμετώπιση των προκλήσεων «δεν μπορεί να εξαντλείται» σε τέτοιες λύσεις, ούτε να εξαρτάται από «συγκυριακές κυβερνητικές επιλογές» και «προσχηματικές διαδικασίες διαβούλευσης».
Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, θα μπορούσε να αντιτείνει ότι ο σχεδιασμός δεν γίνεται με έναν νόμο, ότι η ευελιξία είναι αναγκαία σε περιόδους κρίσεων, ότι η ευρωπαϊκή διάσταση της αγροτικής πολιτικής επιβάλλει προσαρμογές.Το ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού στο ότι η σύγκρουση δεν αφορά μόνο το ύψος μιας ενίσχυσης ή την τιμή μιας εισροής, αλλά τον τρόπο με τον οποίο η πολιτεία υπόσχεται να ακούει.

Στην πλατεία Συντάγματος, οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι που θα φτάσουν από διαφορετικές γωνιές της χώρας θα φέρνουν μαζί τους κάτι περισσότερο από οχήματα και πανό. Θα φέρνουν την εμπειρία ενός τομέα που αισθάνεται ότι πιέζεται από το κόστος, από τις απαιτήσεις συμμόρφωσης, από την κλιματική αβεβαιότητα, από την αίσθηση πως η καθημερινότητα της παραγωγής γίνεται ολοένα πιο δύσκολη χωρίς αντίστοιχα σταθερή στήριξη. «Τα αιτήματα δεν ικανοποιήθηκαν» τονίζουν οι εκπρόσωποι ομοσπονδιών και συλλόγων, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, και «ο αγώνας επιβίωσης θα συνεχιστεί μέχρι τη τελική δικαίωση». Είναι μια φράση που, στην ελληνική πολιτική ιστορία, ακούγεται οικεία, αυτό που αλλάζει κάθε φορά είναι το κατά πόσο μεταφράζεται σε διαρκή πολιτική ή σε στιγμιαία διαχείριση.
Αν η πρόταση για το Ε.Σ.Α.Π. έχει μια βαθύτερη φιλοδοξία, αυτή είναι να δημιουργήσει μια γέφυρα ανάμεσα στην ένταση του δρόμου και τη διάρκεια των θεσμών. Θεσμική συνέχεια, διαφάνεια, κοινωνικός διάλογος και κοινοβουλευτικός έλεγχος προβάλλονται ως αντίβαρα σε μια πολιτική κουλτούρα που συχνά λειτουργεί με κύματα κρίσης. Το ερώτημα, βέβαια, που θα κρίνει τη μοίρα της πρωτοβουλίας είναι αν μπορεί να ξεπεράσει τη συγκυρία που τη γέννησε και αν θα αντιμετωπιστεί ως ένα ακόμη κείμενο αντιπολιτευτικής πίεσης ή ως μια σοβαρή πρόταση αναδιάταξης του τρόπου λήψης αποφάσεων.
Η Αθήνα ετοιμάζεται για την πορεία και τα τρακτέρ να πλησιάζουν, η πολιτική στιγμή αποκτά διπλή εικόνα. Η μία είναι ορατή, θορυβώδης, με τα τρακτερ να διασχίζουν την εθνική οδό και να κατευθύνονται προς το Σύνταγμα. Η άλλη είναι πολιτική και γραμμένη σε άρθρα, προθεσμίες και διαδικασίες. Στην Ελλάδα, η απόσταση ανάμεσα σε αυτές τις δύο εικόνες συχνά είναι μεγάλη. Όταν, όμως, η ύπαιθρος ζητά να ακουστεί, η δημοκρατία μετριέται και από το αν οι απαντήσεις της μπορούν να αντέξουν περισσότερο από μια ημέρα κινητοποίησης.
Διαβάστε εδώ την Αιτιολογική έκθεση της πρότασης νόμου ΠΑΣΟΚ - ΣΥΡΙΖΑ - Νέας Αριστεράς
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις