Στα χαρτιά η Γαλλία παραμένει η μεγαλύτερη αγροτική δύναμη της Ευρώπης στους αριθμούς, όμως, η εικόνα αλλάζει μια πρόσφατη έκθεση του CGAAER, του συμβουλευτικού οργάνου που υπάγεται στο γαλλικό Υπουργείο Γεωργίας, αποτυπώνει με ψυχρή ακρίβεια μια πραγματικότητα που συζητείται εδώ και χρόνια στους αγροτικούς κύκλους, αλλά σπάνια διατυπώνεται τόσο καθαρά. Η γαλλική γεωργία χάνει σταδιακά έδαφος μέσα στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, και η μετατόπιση αυτή δεν οφείλεται σε μια κακή χρονιά ή σε μια προσωρινή διακύμανση τιμών.
Η Γαλλία επέλεξε να υποστηρίξει και να ενθαρρύνει τύπους αγροκτημάτων που δεν είναι πάντα οι πιο οικονομικά αποδοτικοί, προκειμένου να διατηρήσει αγροκτήματα που αντιστοιχούν σε ένα κοινωνικό μοντέλο, προσαρμοσμένο στις κοινωνικές προσδοκίες και λαμβάνοντας υπόψη τα περιβαλλοντικά ζητήματα. Έτσι, επιδιώκει να διατηρήσει τη μικτή γεωργία-κτηνοτροφία και τις λεγόμενες «οικογενειακές» αγροκτήσεις, περιορίζοντας την επέκταση», τονίζουν οι συγγραφείς, Anne Dufour και Alessandra Kirsch.
Η έκθεση μας παραθέτει στοιχεία που μας δείχνουν ότι από το 2015 το εμπορικό ισοζύγιο αγροδιατροφικών προϊόντων της Γαλλίας με την ΕΕ είναι αρνητικό, με το έλλειμμα να διευρύνεται ιδίως στα ζωικά προϊόντα. Στα γαλακτοκομικά, το πλεόνασμα της περιόδου 2010 έως 2014 μετατράπηκε σε έλλειμμα 261 εκατομμυρίων ευρώ την περίοδο 2021 έως 2024, ενώ στο κρέας το έλλειμμα σχεδόν διπλασιάστηκε την ίδια δεκαετία ποιο αναλυτικά αυξήθηκε από 1.387 σε 2.997 εκατομμύρια ευρώ στις ίδιες περιόδους.
Τελικά πίσω από αυτούς τους αριθμούς δεν κρύβεται απλώς μια δυσμενής συγκυρία αλλά κρύβεται μια πιο βαθιά ανακατανομή παραγωγικής ισχύος εντός της Ευρώπης. Και αυτό είναι το στοιχείο που καθιστά την έκθεση κάτι περισσότερο από μια τεχνική αποτίμηση είναι μια δημοσιονομική και παραγωγική ακτινογραφία μιας ηπείρου που αναδιατάσσει την αγροτική της ισορροπία.
Στα δημητριακά, η εικόνα παραμένει αντιφατική η Γαλλία διατηρεί υψηλή τεχνική απόδοση και το 2023 παρήγαγε 24 τοις εκατό της συνολικής ευρωπαϊκής παραγωγής, έναντι 16 τοις εκατό της Γερμανίας, 13 τοις εκατό της Πολωνίας και 8 τοις εκατό της Ρουμανίας. Ωστόσο, η Ρουμανία ξεπέρασε τη Γαλλία σε εξαγωγές εκτός ΕΕ στην εμπορική περίοδο 2024 έως 2025. Το γαλλικό μοντέλο βασίζεται σε υψηλή ένταση εισροών και σχετικά περιορισμένες εκτάσεις. Όσο αυξάνεται το κόστος ενέργειας και λιπασμάτων ή περιορίζονται τα διαθέσιμα φυτοπροστατευτικά μέσα, τόσο αυξάνεται και η ευαλωτότητα του συστήματος. Αντίθετα, το ρουμανικό μοντέλο, πιο εκτατικό και με χαμηλότερο κόστος εργασίας, εμφανίζεται πιο ανθεκτικό σε διακυμάνσεις.
Η σύγκριση αποκαλύπτει και μια δεύτερη, λιγότερο ορατή τάση στις μεγάλες κατηγορίες εκμεταλλεύσεων, οι γαλλικές μονάδες βελτιώνουν τα αποτελέσματά τους, αλλά με βραδύτερο ρυθμό από τους ανταγωνιστές τους. Στον γαλακτοκομικό τομέα, για παράδειγμα, το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα ανά μη μισθωτή μονάδα εργασίας στην κατηγορία 250.000 έως 500.000 ευρώ ανέρχεται σε 77.606 ευρώ στη Γαλλία, έναντι 117.502 ευρώ στη Γερμανία και 103.490 ευρώ στην Πολωνία. Η απόδοση αυξάνεται, αλλά όχι αρκετά ώστε να διατηρείται το ίδιο συγκριτικό πλεονέκτημα όσο μεγαλώνει η μονάδα. Σε μια αγορά που συγκεντρώνεται σε μεγαλύτερες και πιο κεφαλαιοποιημένες εκμεταλλεύσεις, αυτή η διαφορά μετατρέπεται σε διαρθρωτικό μειονέκτημα.
Στα πουλερικά, η πίεση είναι ήδη εμφανής από το 2015 η Γαλλία παρουσιάζει έλλειμμα στο ποσοστό αυτοεφοδιασμού, ενώ η παραγωγή της Πολωνίας αυξήθηκε κατά 44 τοις εκατό μεταξύ 2015 και 2024. Η Πολωνία είναι πλέον ο πρώτος παραγωγός στην Ευρώπη και βασικός προμηθευτής της γαλλικής αγοράς. Η εξάρτηση από ενδοευρωπαϊκές εισαγωγές δεν αποτελεί μόνο εμπορικό στοιχείο, αλλά ένδειξη μεταφοράς παραγωγικής δυναμικής.
Στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, διαφαίνεται μια σταδιακή υποχώρηση της σχετικής αγροτικής ισχύος της Δυτικής Ευρώπης έναντι χωρών χαμηλότερου κόστους εντός της Ένωσης. Η πίεση δεν αφορά μόνο τις τιμές ή το κόστος εισροών. Αφορά τη γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, τους αυστηρότερους περιβαλλοντικούς κανόνες, την αύξηση του χρηματοοικονομικού κόστους και μια επενδυτική κόπωση που συσσωρεύεται μετά από χρόνια αβεβαιότητας.
Το ίδιο μοτίβο γίνεται ορατό και στην Ελλάδα μικρότερες και κατακερματισμένες εκμεταλλεύσεις, υψηλό ενεργειακό κόστος, εξάρτηση από εισαγόμενες ζωοτροφές και περιορισμένη διαπραγματευτική ισχύς στην αλυσίδα αξίας διαμορφώνουν ένα εύθραυστο περιβάλλον. Η παραγωγική βάση επιμένει, αλλά η αντοχή της μειώνεται. Όπως και στη Γαλλία, η αύξηση μεγέθους δεν οδηγεί πάντα σε ανάλογη βελτίωση αποδοτικότητας, ιδίως όταν το κόστος κεφαλαίου και οι διοικητικές υποχρεώσεις αυξάνονται.
Υπάρχει και μια ακόμη διάσταση που βαραίνει το τοπίο το πλαίσιο των επιδοτήσεων που για χρόνια λειτουργούσε ως σταθεροποιητής εισοδήματος μεταβάλλεται, με ανακατανομή πόρων και αυστηρότερους όρους συμμόρφωσης. Για πολλές εκμεταλλεύσεις, ιδίως σε χώρες όπως η Ελλάδα όπου οι άμεσες ενισχύσεις αποτελούσαν βασικό στοιχείο ρευστότητας, η προσαρμογή είναι δύσκολη. Η απώλεια μέρους αυτής της στήριξης δεν είναι απλώς λογιστική μεταβολή, αλλά αλλαγή ισορροπίας.
Η έκθεση μας περιγράφει μια πορεία στην οποία οι διαφορές ανταγωνιστικότητας διευρύνονται χρόνο με τον χρόνο, και αυτό από μόνο του είναι είδηση. και όταν η παραγωγή μετακινείται προς χώρες χαμηλότερου κόστους και οι μεγαλύτερες μονάδες αλλού αυξάνουν ταχύτερα την απόδοσή τους, η ισορροπία αλλάζει.
Τελικά αυτή η τάση τείνει να παγιωθεί, η Ευρώπη που ιστορικά οικοδόμησε την αυτάρκειά της πάνω σε μια ισχυρή Κοινή Αγροτική Πολιτική, θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα πιο σύνθετο ερώτημα. Όχι αν μπορεί να παράγει, αλλά αν θα συνεχίσει να παράγει αρκετά από όσα καταναλώνει. Η σταδιακή μετατόπιση παραγωγής εντός και εκτός Ένωσης αυξάνει τον κίνδυνο μεγαλύτερης εξάρτησης από εισαγωγές, ιδίως σε τομείς όπου ήδη καταγράφονται ελλείμματα.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα αποκτά πιο άμεση διάσταση, η χώρα ήδη εισάγει σημαντικό μέρος βασικών προϊόντων, από ζωοτροφές έως κρέας και γαλακτοκομικά. Η ευρωπαϊκή παραγωγική βάση αποδυναμώνεται σχετικώς και οι διεθνείς αγορές γίνονται πιο ασταθείς, η εξάρτηση από εισαγωγές βασικών αγαθών μετατρέπεται από εμπορικό δεδομένο τελικά σε στρατηγικό ζήτημα.
Αν η Ευρώπη συνεχίσει να χάνει μερίδιο παραγωγής στο εσωτερικό της και αν χώρες όπως η Ελλάδα παραμείνουν καθαροί εισαγωγείς βασικών τροφίμων, τότε η συζήτηση δεν θα αφορά μόνο την ανταγωνιστικότητα των αγροτών. Θα αφορά την ίδια την ικανότητα της ηπείρου να ελέγχει την τροφική της ασφάλεια δυστυχώς και τα νούμερα δεν κάνουν ποτέ λάθη.
Η πλήρης έκθεση Ιανουάριος 2026, είναι διαθέσιμη εδώ
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις