Η ενεργειακή δημοκρατία σκοντάφτει στην πράξη

Έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου αποκαλύπτει ότι το ευρωπαϊκό σχέδιο για ενέργεια που παράγεται από τους πολίτες κινείται πιο αργά από τις προσδοκίες, λόγω νομικών ασάφειων, καθυστερήσεων σύνδεσης στο δίκτυο και έλλειψης κινήτρων για αποθήκευση.

Στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες η ιδέα φαινόταν απλή και σχεδόν αυτονόητη. Οι πολίτες θα παρήγαγαν τη δική τους καθαρή ενέργεια, οι γειτονιές θα μετατρέπονταν σε μικρούς σταθμούς παραγωγής και η ενεργειακή μετάβαση θα γινόταν υπόθεση των ίδιων των κοινωνιών. Στην πράξη όμως το όραμα αυτό μοιάζει να κινείται πολύ πιο αργά από όσο υπολόγιζαν οι Βρυξέλλες. Σχεδόν μια δεκαετία μετά τη θεσμοθέτηση των ενεργειακών κοινοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η συμμετοχή των πολιτών παραμένει περιορισμένη και η ανάπτυξη των σχετικών έργων εμφανίζει σοβαρές καθυστερήσεις, σύμφωνα με νέα ειδική έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Η ιδέα πίσω από τις ενεργειακές κοινότητες ήταν από την αρχή φιλόδοξη. Πολίτες, τοπικές αρχές και μικρές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να συνεργαστούν για να παράγουν, να διαχειρίζονται και να καταναλώνουν τη δική τους ηλεκτρική ενέργεια. Σε μια ευρωπαϊκή συνοικία αυτό θα μπορούσε να σημαίνει φωτοβολταϊκά στις στέγες πολυκατοικιών, ενώ σε μια αγροτική περιοχή θα μπορούσε να μεταφραστεί σε μικρά αιολικά πάρκα ή συλλογικά έργα βιοενέργειας που τροφοδοτούν ένα χωριό. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρούσε ότι αυτές οι πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν σημαντικό πυλώνα της ενεργειακής μετάβασης. Οι εκτιμήσεις μάλιστα προέβλεπαν ότι μέχρι το 2030 οι ενεργειακές κοινότητες θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν περίπου το 17 τοις εκατό της δυναμικότητας αιολικής ενέργειας και το 21 τοις εκατό της ηλιακής ενέργειας στην Ευρώπη.

Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο διαπιστώνει ότι οι εκτιμήσεις αυτές ήταν υπερβολικά αισιόδοξες, κυρίως επειδή ο αριθμός των ενεργειακών κοινοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει χαμηλότερος από ό,τι αναμενόταν. Σύμφωνα με τον João Leão, μέλος του ΕΕΣ και αρμόδιο για τον έλεγχο, η ενέργεια που παράγεται με πρωτοβουλία των πολιτών παραμένει μια εξαιρετικά ελκυστική ιδέα, όμως η υλοποίησή της συναντά σημαντικά εμπόδια. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα παράδοξο, διαθέτει το πολιτικό όραμα και τους κλιματικούς στόχους, αλλά δεν έχει ακόμη δημιουργήσει το λειτουργικό πλαίσιο που θα επιτρέψει στους πολίτες να συμμετάσχουν ουσιαστικά.

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα αφορά την ίδια τη νομική αρχιτεκτονική του μοντέλου. Οι ορισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το τι ακριβώς συνιστά ενεργειακή κοινότητα παραμένουν ασαφείς, δημιουργώντας σύγχυση τόσο για τους πολίτες όσο και για τις τοπικές αρχές. Η ασάφεια αυτή επεκτείνεται στον τρόπο οργάνωσης των κοινοτήτων, στη διαχείριση της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας και στους μηχανισμούς πώλησης της πλεονάζουσας παραγωγής στο δίκτυο. Το αποτέλεσμα είναι ένα ρυθμιστικό περιβάλλον που συχνά αποθαρρύνει αντί να ενθαρρύνει τη συμμετοχή.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο εμφανές στις πολυκατοικίες, όπου κατοικεί σχεδόν το ήμισυ του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε αυτά τα κτίρια η δημιουργία μιας ενεργειακής κοινότητας συνεπάγεται την ίδρυση μιας πρόσθετης νομικής οντότητας πέρα από τις ήδη υπάρχουσες ενώσεις ιδιοκτητών. Για πολλούς πολίτες αυτό μεταφράζεται σε περισσότερη γραφειοκρατία, περισσότερα διοικητικά κόστη και μεγαλύτερη πολυπλοκότητα.

Παράλληλα, σημαντικό εμπόδιο αποτελεί η ίδια η λειτουργία των ενεργειακών συστημάτων. Οι καθυστερήσεις ή ακόμη και οι αρνήσεις σύνδεσης νέων έργων στο ηλεκτρικό δίκτυο, εξαιτίας συμφόρησης υποδομών, επιβραδύνουν την ανάπτυξη των ενεργειακών κοινοτήτων. Το ζήτημα συνδέεται και με τη φύση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Τα φωτοβολταϊκά παράγουν το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας τους γύρω στο μεσημέρι, ενώ η κατανάλωση των νοικοκυριών κορυφώνεται νωρίς το πρωί και το βράδυ. Η αναντιστοιχία αυτή αυξάνει την πίεση στα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας και δημιουργεί ανάγκη για αποθήκευση.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, η ευρωπαϊκή πολιτική εμφανίζει ένα ακόμη κενό. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει ακόμη δώσει επαρκή προτεραιότητα στη στήριξη της αποθήκευσης ενέργειας για τις ενεργειακές κοινότητες, παρότι τέτοιες λύσεις θα μπορούσαν να εξισορροπήσουν την προσφορά και τη ζήτηση, να μειώσουν την πίεση στα δίκτυα και να αυξήσουν την τοπική αυτοκατανάλωση.

Η έκθεση εξετάζει ειδικότερα την εφαρμογή του μοντέλου σε τέσσερα κράτη μέλη, τις Κάτω Χώρες, την Πολωνία, την Ιταλία και τη Ρουμανία, επιχειρώντας να αξιολογήσει αν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη των ενεργειακών κοινοτήτων. Τα ευρήματα δείχνουν ότι, παρά τη σημαντική ευρωπαϊκή χρηματοδότηση που είναι διαθέσιμη, οι διοικητικές δυσκολίες και οι τεχνικοί περιορισμοί συνεχίζουν να επιβραδύνουν την υλοποίηση έργων.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ο ευρύτερος ενεργειακός σχεδιασμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ευρωπαϊκές στρατηγικές προβλέπουν ότι έως το 2050 περίπου το 50 τοις εκατό της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θα μπορούσε να παράγεται από τους ίδιους τους πολίτες. Για να συμβεί όμως αυτό, το μοντέλο των ενεργειακών κοινοτήτων θα πρέπει να ξεπεράσει τις σημερινές δυσλειτουργίες και να μετατραπεί από θεσμική φιλοδοξία σε λειτουργική πραγματικότητα.

Η ενεργειακή μετάβαση της Ευρώπης δεν θα κριθεί μόνο στα μεγάλα επενδυτικά σχέδια ή στις διακρατικές υποδομές, αλλά και στο κατά πόσο οι ίδιοι οι πολίτες θα μπορέσουν να συμμετάσχουν ουσιαστικά στην παραγωγή και διαχείριση της ενέργειας.

Σήμερα, σχεδόν μια δεκαετία μετά την εισαγωγή των ενεργειακών κοινοτήτων στο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, το μοντέλο αυτό παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτο. Η ασαφής νομοθεσία, τα διοικητικά εμπόδια και οι περιορισμοί των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας συνεχίζουν να επιβραδύνουν την ανάπτυξη ενός μηχανισμού που θεωρητικά θα μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο παράγεται και καταναλώνεται η ενέργεια στην Ευρώπη.

Το μήνυμα της έκθεσης αν η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει πραγματικά να μετατρέψει τους πολίτες σε ενεργούς παίκτες της ενεργειακής μετάβασης, θα πρέπει να απλοποιήσει τους κανόνες, να επενδύσει στις υποδομές και να δώσει ουσιαστικά οικονομικά κίνητρα. Διαφορετικά, το φιλόδοξο σχέδιο μιας ευρωπαϊκής ενεργειακής δημοκρατίας κινδυνεύει να παραμείνει μια ιδέα που συζητείται στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, αλλά δύσκολα μεταφράζεται σε καθημερινή πραγματικότητα για τα νοικοκυριά και τις τοπικές κοινωνίες της ηπείρου.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις