Η επόμενη κρίση τροφίμων έχει ήδη ξεκινήσει, απλώς δεν έχει φτάσει ακόμη στο ράφι

Κλιμακώνεται η πίεση στις παγκόσμιες αγορές λιπασμάτων, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν και οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα στο Στενό του Ορμούζ προκαλούν αλυσιδωτές επιπτώσεις σε ενέργεια, παραγωγή και επισιτιστική ασφάλεια. Η νέα αυτή διαταραχή έρχεται σε μια περίοδο όπου οι αγορές δεν έχουν ακόμη απορροφήσει πλήρως τα σοκ της πανδημίας και του πολέμου στην Ουκρανία.

Σύμφωνα με την ανάλυση του IFPRI, περίπου το 30% του παγκόσμιου εμπορίου λιπασμάτων, το 20% του υγροποιημένου φυσικού αερίου και το 27% του πετρελαίου διέρχονται από το Στενό του Ορμούζ, γεγονός που καθιστά την περιοχή έναν από τους πιο κρίσιμους κόμβους της παγκόσμιας οικονομίας. Οι πρόσφατες επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και εξαγωγικούς κόμβους στον Περσικό Κόλπο, σε συνδυασμό με τους περιορισμούς στη ναυτιλία, έχουν ήδη περιορίσει τη ροή πρώτων υλών και αυξήσει το κόστος.

Οι τιμές λιπασμάτων και ενέργειας καταγράφουν ήδη έντονες ανοδικές τάσεις, με βασικό μηχανισμό μετάδοσης το φυσικό αέριο. Το αέριο αποτελεί θεμελιώδη πρώτη ύλη για την παραγωγή αμμωνίας, η οποία με τη σειρά της είναι απαραίτητη για όλα τα αζωτούχα λιπάσματα. Η περιοχή του Κόλπου καλύπτει το 36% των παγκόσμιων εξαγωγών ουρίας και περίπου το 29% της αμμωνίας, ενώ διατηρεί ισχυρή παρουσία και στα φωσφορικά λιπάσματα, όπως DAP και MAP.

Παράλληλα, ο ρόλος του θείου, βασικού συστατικού για την παραγωγή φωσφορικών λιπασμάτων, εντείνει την ανησυχία, καθώς η περιοχή του Κόλπου αντιπροσωπεύει σχεδόν το 50% του παγκόσμιου εμπορίου θείου, γεγονός που σημαίνει ότι οποιαδήποτε διαταραχή επηρεάζει άμεσα ολόκληρη την αλυσίδα αξίας.

Οι επιπτώσεις μεταφέρονται ήδη στην αγροτική παραγωγή, καθώς η αύξηση του κόστους εισροών διαμορφώνει μια δυσμενή σχέση τιμών για τους παραγωγούς. Σε αντίθεση με το 2022, οι τιμές των αγροτικών προϊόντων δεν ακολουθούν την ίδια ανοδική πορεία, γεγονός που περιορίζει την ικανότητα των αγροτών να απορροφήσουν το αυξημένο κόστος. Αυτό αυξάνει τον κίνδυνο μείωσης της χρήσης λιπασμάτων και, κατ’ επέκταση, των αποδόσεων.

Ιδιαίτερα εκτεθειμένες εμφανίζονται χώρες με υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές. Αφρική και Νότια Ασία συγκαταλέγονται στις πιο ευάλωτες περιοχές, καθώς βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε εισαγόμενα λιπάσματα και φυσικό αέριο από τον Περσικό Κόλπο, ενώ διαθέτουν περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια για επιδοτήσεις.

Σε επίπεδο αγορών, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι ο κίνδυνος δεν περιορίζεται στις τιμές αλλά επεκτείνεται στη διαθεσιμότητα, ιδιαίτερα σε καλλιέργειες υψηλής έντασης αζώτου, όπως το ρύζι. Σε περίπτωση παρατεταμένης κρίσης, οι επόμενοι κύκλοι καλλιεργειών ενδέχεται να επηρεαστούν άμεσα, με πιθανές μειώσεις παραγωγής και ανοδικές πιέσεις στις τιμές τροφίμων.

Ταυτόχρονα, παρατηρούνται κινήσεις προσαρμογής από κυβερνήσεις και αγορές. Οι ΗΠΑ προχώρησαν σε χαλάρωση περιορισμών στη ναυτιλία και σε προσωρινές παρεμβάσεις για την ενίσχυση της προσφοράς, ενώ στην Ευρώπη αυξάνονται οι πιέσεις για κρατική στήριξη της βιομηχανίας λιπασμάτων. Παράλληλα, εξετάζονται εναλλακτικές οδοί εμπορίου και αύξηση παραγωγής από άλλες χώρες, χωρίς όμως να μπορούν να αντισταθμίσουν πλήρως το σοκ βραχυπρόθεσμα.

Ωστόσο, η δομή της αγοράς παραμένει ευάλωτη. Η συγκέντρωση παραγωγής σε λίγες γεωγραφικές περιοχές και η εξάρτηση από το φυσικό αέριο διατηρούν υψηλό το γεωπολιτικό ρίσκο, ενώ πιθανή στροφή σε εναλλακτικές πηγές, όπως ο άνθρακας, ενδέχεται να επιδεινώσει τις περιβαλλοντικές πιέσεις.

Η κρίση στο Ιράν δεν αποτελεί ένα ακόμη περιφερειακό επεισόδιο, αλλά έναν παράγοντα που μπορεί να επανακαθορίσει το κόστος παραγωγής τροφίμων παγκοσμίως. Σε περίπτωση παρατεταμένης διαταραχής στο Στενό του Ορμούζ, οι επιπτώσεις δεν θα περιοριστούν στις αγορές, αλλά θα φτάσουν μέχρι το χωράφι και τελικά στο ράφι.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις