Η Αυστραλία χάνει κοπάδια, την ώρα που ο κόσμος ζητά περισσότερο αρνί

Με τις αγορές της Ασίας και της Μέσης Ανατολής να απορροφούν ολοένα μεγαλύτερους όγκους και τη ξηρασία να έχει ήδη διαβρώσει τη ζωική βάση της χώρας, η ανάγκη για πάνω 20 εκατομμύρια επιπλέον πρόβατα έως το 2040 μετατρέπεται από πρόβλεψη σε στρατηγική προειδοποίηση.

Για χρόνια, η Αυστραλία θεωρούνταν μία από τις χώρες που μπορούσαν να εγγυηθούν σταθερή παρουσία στην παγκόσμια αγορά αρνίσιου κρέατος. Σήμερα, όμως, πίσω από αυτή την εικόνα ισχύος, διακρίνεται μια πιο σύνθετη πραγματικότητα. Η διεθνής ζήτηση αυξάνεται, αλλά η παραγωγική βάση δεν ακολουθεί με τον ίδιο ρυθμό. Και αυτό ακριβώς μετατρέπει την κτηνοτροφία της χώρας σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα τεστ αντοχής για τον αγροδιατροφικό τομέα των επόμενων δεκαετιών.

Σύμφωνα με εκτίμηση της New Zealand Banking Group, η Αυστραλία θα χρειαστεί περίπου πάνω 20 εκατομμύρια επιπλέον πρόβατα έως το 2040, αν θέλει να ανταποκριθεί στις ανάγκες της αγοράς κρέατος. Η εκτίμηση αυτή δεν αφορά μόνο ένα μελλοντικό εμπορικό άνοιγμα. Αποτυπώνει κυρίως την απόσταση που χωρίζει την παρούσα δυναμική της παραγωγής από τις απαιτήσεις που διαμορφώνουν ήδη οι διεθνείς αγορές.

Η πίεση προέρχεται κυρίως από την Ασία και τη Μέση Ανατολή, δύο περιοχές όπου η κατανάλωση αρνιού ενισχύεται και η ανάγκη για αξιόπιστους προμηθευτές γίνεται ολοένα εντονότερη. Για την Αυστραλία, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει μια νέα περίοδο εξαγωγικής ισχύος. Όμως η ευκαιρία συνοδεύεται από έναν όρο που δεν είναι καθόλου αυτονόητος, την ικανότητα να αυξηθεί το ζωικό κεφάλαιο σε μια εποχή όπου το κλίμα λειτουργεί όλο και περισσότερο ως περιορισμός και όχι ως δεδομένο υπόβαθρο της παραγωγής.

Εκεί βρίσκεται και η ουσία της υπόθεσης. Η χώρα δεν καλείται απλώς να εξάγει περισσότερο, αλλά να ξαναχτίσει την ίδια της την κτηνοτροφική μάζα. Τα πρόσφατα στοιχεία έδειξαν ότι ο αριθμός των προβάτων έχει δεχθεί ισχυρό πλήγμα εξαιτίας της ξηρασίας, υπενθυμίζοντας ότι η παραγωγή δεν εξαρτάται μόνο από τη ζήτηση και τις τιμές, αλλά και από την αντοχή των φυσικών πόρων. Στη Δυτική Αυστραλία, μεταξύ 2013 και 2015, καταγράφηκε μείωση 20% στον πληθυσμό των προβάτων, ενώ στις βόρειες και ανατολικές περιοχές η υποχώρηση κινήθηκε σε ακόμη βαρύτερα επίπεδα, από 31% έως 41%.

Οι αριθμοί αυτοί λένε κάτι περισσότερο από μια απλή στατιστική κάμψη. Δείχνουν ότι η αυστραλιανή κτηνοτροφία έχει ήδη εισέλθει σε μια φάση όπου η ανάκαμψη δεν θα είναι μηχανική. Δεν αρκεί δηλαδή να υπάρχει εμπορικό κίνητρο για να επεκταθούν τα κοπάδια. Χρειάζονται διαθέσιμοι βοσκότοποι, επάρκεια νερού, μεγαλύτερη ανθεκτικότητα των εκμεταλλεύσεων και ένα περιβάλλον λιγότερο εκτεθειμένο σε ακραίες διακυμάνσεις. Η αύξηση του ζωικού κεφαλαίου δεν είναι λογιστική πράξη. Είναι παραγωγική ανασυγκρότηση.

Αυτό κάνει την αυστραλιανή περίπτωση ιδιαίτερα αποκαλυπτική για τη νέα εποχή της αγροδιατροφής. Η παγκόσμια αγορά ζητά περισσότερη πρωτεΐνη, περισσότερη συνέπεια στις παραδόσεις, περισσότερη ασφάλεια στην τροφοδοσία. Ωστόσο, όλο και συχνότερα, οι ίδιες οι χώρες που διαθέτουν ισχυρό εξαγωγικό αποτύπωμα βλέπουν ότι τα φυσικά όρια της παραγωγής τους στενεύουν. Η ανισορροπία ανάμεσα στη ζήτηση και στην ανθεκτικότητα της προσφοράς γίνεται πλέον δομικό πρόβλημα.

Για την Αυστραλία, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα μπορέσει να διαθέσει περισσότερο αρνίσιο κρέας στις αγορές του μέλλοντος. Το βαθύτερο ερώτημα είναι αν μπορεί να το κάνει χωρίς να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο μια ήδη πιεσμένη παραγωγική βάση. Κι αυτό είναι ένα ζήτημα που ξεπερνά την κτηνοτροφία. Αφορά το πώς θα μοιάζει συνολικά η αγροτική οικονομία σε έναν κόσμο όπου η κλιματική αβεβαιότητα εισβάλλει πια στον πυρήνα της προσφοράς.

Αν η διεθνής ζήτηση συνεχίσει να ανεβαίνει και οι κλιματικές πιέσεις παραμείνουν, τότε η Αυστραλία θα χρειαστεί κάτι περισσότερο από περισσότερα πρόβατα. Θα χρειαστεί ένα νέο μοντέλο ανθεκτικότητας.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις