Η Ευρώπη επιδιώκει να θωρακίσει την αγροτική της παραγωγή απέναντι στις γεωπολιτικές αναταράξεις, στις ενεργειακές πιέσεις και στις κλιματικές δεσμεύσεις, η συζήτηση για τα λιπάσματα επιστρέφει στο κέντρο της στρατηγικής αντιπαράθεσης. Το νέο σχέδιο δράσης της Fertilizers Europe επιχειρεί να καταστήσει σαφές ότι η επισιτιστική ασφάλεια δεν αρχίζει στο χωράφι, αλλά πολύ νωρίτερα, στο κόστος της αμμωνίας, στην πρόσβαση στην ενέργεια και στους όρους με τους οποίους η Ευρώπη επιλέγει να προστατεύσει τη βιομηχανική της βάση.
Το βασικό επιχείρημα του σχεδίου δράσης είναι ότι η ευρωπαϊκή αγορά λιπασμάτων βρίσκεται ενώπιον μιας αντίφασης. Από τη μία πλευρά, η Ενωση ζητεί απανθρακοποίηση, καθαρότερη παραγωγή και συμμόρφωση με όλο και πιο απαιτητικούς κανόνες. Από την άλλη, οι παραγωγοί λιπασμάτων στην Ευρώπη συνεχίζουν να λειτουργούν με τιμές φυσικού αερίου τέσσερις έως πέντε φορές υψηλότερες από άλλες περιοχές του κόσμου και με κόστος ηλεκτρικής ενέργειας δύο έως τρεις φορές υψηλότερο, γεγονός που, όπως υποστηρίζει η βιομηχανία, διαβρώνει εκ των έσω την ανταγωνιστικότητα ενός κλάδου κρίσιμου για τη γεωργία.
Σε αυτό το ήδη βαρύ ενεργειακό πλαίσιο προστίθεται το κόστος του άνθρακα. Το σχέδιο δράσης αντιπαραβάλλει ένα παγκόσμιο αποτελεσματικό κόστος άνθρακα 5,44 ευρώ ανά τόνο CO2e με περίπου 84 ευρώ ανά τόνο CO2e στο ευρωπαϊκό σύστημα ETS, αποτυπώνοντας μια διαφορά που παρουσιάζεται ως 15πλάσια επιβάρυνση για τον ευρωπαίο παραγωγό. Εκεί ακριβώς εντάσσεται και η πολιτική σημασία του CBAM, του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Ανθρακα, τον οποίο ο κλάδος αντιμετωπίζει όχι ως τεχνική λεπτομέρεια, αλλά ως τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην προστασία της ευρωπαϊκής παραγωγής και στην επιτάχυνση της εξάρτησης από εισαγωγές.
Η βιομηχανία λιπασμάτων υποστηρίζει ότι χωρίς συνοχή ανάμεσα στο ETS και το CBAM, χωρίς προβλεψιμότητα και χωρίς σταθερό ρυθμιστικό περιβάλλον, η Ευρώπη κινδυνεύει να δει την παραγωγή της να συρρικνώνεται. Το ίδιο το κείμενο κάνει λόγο για βιομηχανικά κλεισίματα, προσωρινές περικοπές δυναμικότητας και αυξανόμενη εξάρτηση από εισαγωγές, ενώ περιγράφει την ήδη ορατή πίεση της διαρροής άνθρακα, δηλαδή της μεταφοράς παραγωγής εκτός Ευρώπης σε περιοχές με χαμηλότερο περιβαλλοντικό κόστος.
Η παρέμβαση αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος επειδή συνδέει ευθέως τα λιπάσματα με την ίδια την παραγωγή τροφίμων. Στο σχέδιο σημειώνεται ότι τα ορυκτά λιπάσματα στηρίζουν περίπου το 50 τοις εκατό της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων, θέση που χρησιμοποιείται για να αναδειχθεί ότι η αυτάρκεια της Ευρώπης δεν είναι μόνο ζήτημα καλλιεργειών και επιδοτήσεων, αλλά και ζήτημα βιομηχανικής επιβίωσης. Με αυτή τη λογική, η Fertilizers Europe ζητεί να αναγνωριστούν η αμμωνία και τα λιπάσματα ως στρατηγικές εισροές για την ευρωπαϊκή αυτονομία.
Το ενδιαφέρον είναι ότι το κείμενο δεν αρκείται σε ένα αμυντικό αίτημα προστασίας από τις εισαγωγές. Προχωρεί και σε μια πιο σύνθετη πολιτική αξίωση, ότι η μετάβαση προς λιπάσματα χαμηλού άνθρακα δεν θα προχωρήσει εάν δεν δημιουργηθεί ζήτηση για αυτά. Για τον λόγο αυτόν, προτείνονται κίνητρα από την πλευρά της αγοράς, σχήματα πιστοποίησης, κανονιστικό πλαίσιο, στήριξη των αγροτών και ενίσχυση της υιοθέτησης καινοτομίας, ώστε η πράσινη μετάβαση να μην παραμείνει μια ακριβή υποχρέωση χωρίς οικονομικό αντίκρισμα.
Εκεί βρίσκεται και ο πυρήνας της ευρωπαϊκής αντίφασης. Η Ενωση θέλει καθαρότερα λιπάσματα, αλλά τα καθαρότερα λιπάσματα συνεπάγονται επιπλέον κόστος. Θέλει στρατηγική αυτονομία, αλλά η ενεργειακή της δομή επιβαρύνει τη δική της παραγωγή. Θέλει να αποτρέψει τη διαρροή άνθρακα, αλλά γνωρίζει ότι ένα ελλιπές ή ασύνδετο CBAM μπορεί να λειτουργήσει περισσότερο ως βάρος για τη βιομηχανία της παρά ως ασπίδα. Στο σχέδιο δράσης, η απάντηση που προτείνεται είναι σαφής, λιγότερος ρυθμιστικός κατακερματισμός, τεχνολογική ουδετερότητα, προσωρινή κρατική στήριξη, διαφοροποίηση στον ενεργειακό εφοδιασμό και πιο συνεκτική σύνδεση εμπορικής, ενεργειακής και κλιματικής πολιτικής.
Για τον αγρότη, όμως, το ζήτημα μεταφράζεται πιο απλά. Εάν η Ευρώπη δεν μπορέσει να εξασφαλίσει επαρκή και ανταγωνιστική παραγωγή λιπασμάτων στο εσωτερικό της, τότε η πίεση θα περάσει αναπόφευκτα στο κόστος καλλιέργειας. Και εάν η μετάβαση σε προϊόντα χαμηλού άνθρακα γίνει χωρίς παράλληλη υποστήριξη της ζήτησης και χωρίς εργαλεία προσαρμογής στο επίπεδο της εκμετάλλευσης, τότε η πράσινη φιλοδοξία κινδυνεύει να καταλήξει σε ακριβότερη παραγωγή και χαμηλότερη ανθεκτικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι το σχέδιο προτείνει και μια συνολική εργαλειοθήκη για τον παραγωγό, με αναφορές σε ΚΑΠ, γεωργία ακριβείας, βέλτιστες πρακτικές λίπανσης, ψηφιακά εργαλεία λήψης αποφάσεων και τεχνολογική αναβάθμιση.
Το πολιτικό μήνυμα του εγγράφου είναι τελικά ευρύτερο από τον ίδιο τον κλάδο η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει εάν βλέπει τα λιπάσματα ως ένα ακόμη βιομηχανικό προϊόν που μπορεί να εισαχθεί όταν χρειαστεί, ή ως κρίκο στρατηγικής σημασίας για τη διατήρηση της αγροτικής της βάσης. Και σε αυτή τη συζήτηση, το CBAM δεν εμφανίζεται απλώς ως κλιματικός μηχανισμός, αλλά ως δοκιμασία συνοχής για ολόκληρη την ευρωπαϊκή πολιτική, από την ενέργεια και το εμπόριο έως την παραγωγή τροφίμων.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις