Η νέα μελέτη της διαΝΕΟσις δείχνει έναν αγροτικό τομέα που παραμένει στρατηγικός για την οικονομία, αλλά λειτουργεί με χαμηλή παραγωγικότητα, γερασμένο ανθρώπινο δυναμικό, μικρό κλήρο και αυξανόμενη πίεση από το κόστος, το νερό και την κλιματική αλλαγή.
Η ελληνική γεωργία εξακολουθεί να τροφοδοτεί τη χώρα, να στηρίζει την περιφέρεια και να δίνει εξαγωγική ταυτότητα σε ένα μέρος της οικονομίας που συχνά αντιμετωπίζεται περισσότερο ως κοινωνικό ζήτημα παρά ως παραγωγικός πυλώνας. Όμως η νέα μελέτη της διαΝΕΟσις, με τίτλο «Ο Αγροτικός Τομέας στην Ελλάδα, Προκλήσεις και κατευθύνσεις πολιτικής», έρχεται να δείξει ότι πίσω από τη γνώριμη εικόνα της αγροτικής Ελλάδας κρύβεται ένα βαθύτερο πρόβλημα. Η χώρα παράγει, εξάγει και απασχολεί πολλούς ανθρώπους στη γεωργία, αλλά δεν δημιουργεί την προστιθέμενη αξία που θα έπρεπε.
Το πρώτο στοιχείο που ξεχωρίζει είναι εντυπωσιακό. Το 2024 η αξία της ελληνικής αγροτικής παραγωγής έφθασε σχεδόν τα 15,7 δισ. ευρώ, ένα ιστορικά υψηλό μέγεθος σε ονομαστικές τιμές. Την ίδια χρονιά, στον αγροτικό τομέα εργάζονταν περίπου 449.400 άτομα, δηλαδή 10,5% της συνολικής απασχόλησης της οικονομίας. Με μια πρώτη ανάγνωση, η εικόνα φαίνεται ισχυρή. Με μια δεύτερη, γίνεται πιο ανησυχητική. Η μελέτη επισημαίνει ότι η αύξηση της αξίας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις τιμές και όχι σε πραγματική παραγωγική μεγέθυνση. Σε σταθερές τιμές, η αγροτική παραγωγή μειώθηκε κατά 6,1% το 2023, κατά 1,1% το 2024, ενώ οι εκτιμήσεις δείχνουν νέα υποχώρηση και το 2025.
Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας του προβλήματος. Η ελληνική γεωργία εμφανίζεται μεγαλύτερη στα χαρτιά, αλλά μικρότερη σε πραγματικούς όρους. Η άνοδος των τιμών καλύπτει την αδυναμία του παραγωγικού συστήματος να αυξήσει σταθερά την ποσότητα, την ποιότητα και την αξία που δημιουργεί. Η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία του αγροτικού τομέα, δηλαδή η πραγματική αξία που μένει μετά την αφαίρεση των ενδιάμεσων εισροών, κινείται επίσης πτωτικά σε πραγματικούς όρους. Σύμφωνα με τη μελέτη, από το 2023 η πραγματική ΑΠΑ του τομέα βρέθηκε στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί στη χώρα με το συγκεκριμένο στατιστικό πρότυπο από το 1993, ενώ συνέχισε χαμηλότερα το 2024 και εκτιμάται ότι υποχώρησε περαιτέρω το 2025.
Η σύγκριση με την Ευρώπη είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Η Ελλάδα απασχολεί στον αγροτικό τομέα 10,5% του εργατικού δυναμικού, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ βρίσκεται στο 3%. Παρ’ όλα αυτά, η παραγωγή ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα φθάνει μόλις τα 24.974 ευρώ, έναντι 62.606 ευρώ στην ΕΕ των 27, ενώ η ΑΠΑ ανά απασχολούμενο περιορίζεται στα 10.728 ευρώ, έναντι 23.310 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με απλά λόγια, η ελληνική γεωργία απασχολεί πολύ περισσότερους ανθρώπους, αλλά κάθε εργαζόμενος παράγει πολύ μικρότερη αξία.
Η εξήγηση δεν βρίσκεται σε έναν μόνο παράγοντα. Βρίσκεται στη δομή του ίδιου του αγροτικού μοντέλου. Η γη παραμένει μικρή και κατακερματισμένη. Το 45% των αγροτικών εκμεταλλεύσεων χρησιμοποιεί λιγότερα από 20 στρέμματα, ενώ ακόμη 28% κινείται μεταξύ 20 και 50 στρεμμάτων. Δηλαδή, πάνω από επτά στις δέκα εκμεταλλεύσεις λειτουργούν σε κλίμακα που δύσκολα μπορεί να στηρίξει σύγχρονη παραγωγή, τεχνολογική αναβάθμιση και ισχυρή εμπορική παρουσία. Την ίδια στιγμή, μόνο 3% των εκμεταλλεύσεων ξεπερνά τα 300 στρέμματα, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 11%.
Το πρόβλημα του μικρού κλήρου δεν είναι απλώς τεχνικό. Είναι οικονομικό. Μικρές μονάδες σημαίνουν υψηλότερο κόστος ανά μονάδα παραγωγής, δυσκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, αδυναμία αξιοποίησης οικονομιών κλίμακας και περιορισμένη δυνατότητα επένδυσης σε τεχνολογία. Σημαίνουν επίσης ότι μεγάλο μέρος των αγροτικών επενδύσεων καταλήγει σε αποσπασματικές αγορές εξοπλισμού, συχνά για πολύ μικρές εκτάσεις, χωρίς ουσιαστική αλλαγή στην παραγωγικότητα. Η χώρα δεν έχει μόνο έλλειμμα επενδύσεων. Έχει και έλλειμμα οργάνωσης των επενδύσεων.
Εξίσου κρίσιμη είναι η ηλικιακή εικόνα της υπαίθρου. Ο αγροτικός τομέας γερνά και δεν ανανεώνεται με τον ρυθμό που απαιτείται. Το ποσοστό των εργαζομένων έως 39 ετών μειώθηκε από 30% το 2008 σε 20% το 2020, ενώ το ποσοστό των εργαζομένων άνω των 55 ετών αυξήθηκε από 33% σε 38%. Η μελέτη προειδοποιεί ότι η χώρα θα χρειαστεί τα επόμενα χρόνια να αναπληρώσει περισσότερους από 200.000 αγρότες ηλικίας 65 ετών και άνω, καθώς και επιπλέον 150.000 που βρίσκονταν το 2023 στην ηλικιακή ομάδα των 55 έως 64 ετών. Αυτό δεν είναι απλώς δημογραφικό πρόβλημα. Είναι ζήτημα συνέχειας της παραγωγής.
Η γήρανση συνδέεται άμεσα με ένα ακόμη βαθύ έλλειμμα, την κατάρτιση. Το 2023 μόλις 0,7% των διαχειριστών αγροτικής γης είχε πλήρη αγροτική κατάρτιση. Αντίθετα, 94,4% δεν είχε καμία σχετική εκπαίδευση και στηριζόταν αποκλειστικά στην πρακτική εμπειρία. Σε μια εποχή όπου η γεωργία διεθνώς περνά στη γεωργία ακριβείας, στα δεδομένα, στην ψηφιακή παρακολούθηση, στην ορθολογική χρήση νερού και εισροών, η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ένα μοντέλο εμπειρικής διαχείρισης. Η εμπειρία παραμένει πολύτιμη, αλλά πλέον δεν αρκεί.
Στη δύσκολη αυτή εξίσωση προστίθεται και το κόστος παραγωγής. Η ενέργεια, τα λιπάσματα, οι ζωοτροφές και οι λοιπές εισροές πιέζουν σταθερά το αγροτικό εισόδημα. Η διεθνής ενεργειακή κρίση, ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι γεωπολιτικές αναταράξεις έχουν δείξει ότι το ελληνικό χωράφι δεν είναι απομονωμένο από τις παγκόσμιες αγορές. Η τιμή του φυσικού αερίου, το κόστος των λιπασμάτων και οι διεθνείς μεταφορές περνούν πλέον απευθείας στο κόστος παραγωγής του Έλληνα αγρότη. Έτσι, ακόμη και όταν οι τιμές παραγωγού αυξάνονται, το καθαρό περιθώριο συχνά συμπιέζεται.
Η κλιματική αλλαγή κάνει την εικόνα πιο δύσκολη. Η μελέτη σημειώνει ότι η ελληνική γεωργία θα βρεθεί αντιμέτωπη με λιγότερες βροχοπτώσεις, συχνότερες ξηρασίες και περισσότερες ημέρες ακραίας ζέστης. Η Θεσσαλία και η Κεντρική Μακεδονία εμφανίζονται ιδιαίτερα εκτεθειμένες σε ακραία καιρικά φαινόμενα, ενώ κρίσιμες καλλιέργειες, όπως η ελιά και τα σιτηρά, αναμένεται να δεχθούν αυξανόμενη πίεση. Η εμπειρία της καταιγίδας Daniel λειτούργησε ως προειδοποίηση για το πόσο ευάλωτη μπορεί να αποδειχθεί η παραγωγική βάση όταν η κλιματική κρίση συναντά ελλείμματα υποδομών και διαχείρισης.
Το νερό είναι ίσως το πιο καθοριστικό ζήτημα της επόμενης δεκαετίας. Η γεωργία καταναλώνει περίπου 80% έως 85% του συνολικού νερού στη χώρα. Αυτό σημαίνει ότι η διαχείριση των υδάτων δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως τεχνικό παράρτημα της αγροτικής πολιτικής. Είναι κεντρικός όρος παραγωγής, ανθεκτικότητας και εθνικής ασφάλειας τροφίμων. Χωρίς σύγχρονα αρδευτικά δίκτυα, χωρίς καλύτερη λειτουργία των ΤΟΕΒ και ΓΟΕΒ, χωρίς πραγματική μέτρηση και χωρίς κίνητρα εξοικονόμησης, η γεωργία θα συνεχίσει να λειτουργεί με ένα κόστος που δεν θα είναι μόνο οικονομικό, αλλά και περιβαλλοντικό.
Η μελέτη, πάντως, δεν περιγράφει έναν τομέα χωρίς προοπτική. Αντιθέτως, αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα διαθέτει ισχυρά συγκριτικά πλεονεκτήματα, εξαγωγική δυναμική και προϊόντα με διεθνή αξία. Τα φρούτα κατέχουν την πρώτη θέση στη διάρθρωση της παραγωγής αγροτικών αγαθών, με μερίδιο περίπου 31,8%, ακολουθούν τα ζωικά προϊόντα με 14,6%, το ελαιόλαδο με 13% και τα λαχανικά και οπωροκηπευτικά με 12,8%. Η χώρα δεν ξεκινά από το μηδέν. Ξεκινά από μια ισχυρή βάση, η οποία όμως χρειάζεται διαφορετική οργάνωση.
Το τρίτο πρόβλημα είναι η κατάρτιση. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Το 2023 μόλις 0,7% των διαχειριστών αγροτικής γης είχε πλήρη αγροτική κατάρτιση, ενώ 94,4% δεν είχε καμία σχετική εκπαίδευση και στηριζόταν αποκλειστικά στην πρακτική εμπειρία. Αυτό σημαίνει ότι ένα τεράστιο μέρος της ελληνικής γης διαχειρίζεται ακόμη με όρους εμπειρικής γνώσης, σε μια εποχή όπου η γεωργία διεθνώς γίνεται πιο τεχνολογική, πιο ακριβής και πιο απαιτητική.
Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι η ελληνική γεωργία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αποσπασματικές λύσεις. Δεν αρκεί μια επιδότηση, μια αποζημίωση, ένα πρόγραμμα νέων αγροτών ή ένα μέτρο για το κόστος ενέργειας. Χρειάζεται ένα Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο Αγροτικής Ανάπτυξης, που θα συνδέει τη γη, την ηλικιακή ανανέωση, την εκπαίδευση, τις επενδύσεις, τη χρηματοδότηση, τους συνεταιρισμούς, τη διαχείριση κινδύνων, το νερό, την ΚΑΠ και τη διαφάνεια στη λειτουργία των ενισχύσεων. Η ίδια η μελέτη θέτει ως προτεραιότητα τη σύνταξη ενός τέτοιου σχεδίου, με συνεκτικό και ολιστικό τρόπο, αποδεκτό από τον κλάδο και την κοινωνία.
Η ελληνική γεωργία βρίσκεται, τελικά, σε μια στιγμή αλήθειας δεν είναι ένας αδύναμος τομέας είναι ένας τομέας που λειτουργεί κάτω από τις δυνατότητές του. Έχει προϊόντα, ανθρώπους, εξαγωγές και γεωγραφικά πλεονεκτήματα. Δεν έχει όμως ακόμη το παραγωγικό μοντέλο που απαιτεί η εποχή. Αν η χώρα δεν αντιμετωπίσει τώρα τον κατακερματισμό της γης, τη γήρανση, το έλλειμμα κατάρτισης, το κόστος παραγωγής και την πίεση του νερού, ο κίνδυνος δεν θα είναι μόνο η απώλεια εισοδήματος. Θα είναι η σταδιακή απώλεια παραγωγικής γης, ανθρώπινου δυναμικού και αγροτικής ισχύος.
Τελικά η μελέτη δείχνει, ότι η ελληνική γεωργία δεν βρίσκεται μπροστά σε ένα μεμονωμένο πρόβλημα, αλλά μπροστά σε μια συσσωρευμένη ιστορική εκκρεμότητα.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις