Σκληρό σιτάρι: Ο αλωνισμός αρχίζει, αλλά η τιμή θα κριθεί εκτός Ελλάδας

Με το βλέμμα στραμμένο όχι μόνο στα χωράφια, αλλά και στις διεθνείς αγορές, μπαίνουν οι παραγωγοί σκληρού σιταριού της Θεσσαλίας στον φετινό αλωνισμό. Οι πρώτες εικόνες από συνεταιρισμούς της περιοχής δείχνουν ότι οι αποδόσεις αναμένονται ικανοποιητικές, όμως η οικονομική εξίσωση παραμένει δύσκολη, καθώς το κόστος καλλιέργειας εξακολουθεί να κινείται σε υψηλότερα επίπεδα από εκείνα της προ κρίσης περιόδου.

Ο αλωνισμός στον θεσσαλικό κάμπο αναμένεται να ξεκινήσει μετά τις 10 Ιουνίου 2026, με τους παραγωγούς να βρίσκονται μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα: να πουλήσουν άμεσα ή να κρατήσουν το προϊόν σε αποθήκη, περιμένοντας καλύτερη τιμή τους επόμενους μήνες.

Η επιλογή αυτή, όμως, δεν διαμορφώνεται μόνο από την τοπική προσφορά και ζήτηση. Η πορεία της ιταλικής βιομηχανίας ζυμαρικών, ο καναδικός αλωνισμός από τον Αύγουστο και η επιστροφή της Τουρκίας στην αγορά της Μεσογείου μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά την τιμή που θα φτάσει τελικά στον Έλληνα παραγωγό.

Η αγορά δεν δείχνει έλλειψη προϊόντος

Στη διεθνή αγορά, η εικόνα παραμένει μάλλον ισορροπημένη. Η παγκόσμια παραγωγή σκληρού σιταριού για το εμπορικό έτος 2025/26 ανήλθε σε 38,2 εκατ. τόνους, ενώ για το 2026/27 το Διεθνές Συμβούλιο Σιτηρών προβλέπει σχεδόν αμετάβλητη παραγωγή, στους 38,3 εκατ. τόνους.

Η σταθερότητα αυτή περιορίζει τις προσδοκίες για σημαντική άνοδο των τιμών λόγω μειωμένης προσφοράς. Στην Ευρώπη, πάντως, η παραγωγή αναμένεται μειωμένη κατά 4,9%, στους 7,7 εκατ. τόνους, κυρίως λόγω των πλημμυρών που έπληξαν ιταλικές καλλιέργειες.

Η Ιταλία, βασικός προορισμός για το ελληνικό σκληρό σιτάρι, εκτιμάται ότι θα παράγει 3,5 εκατ. τόνους, δηλαδή 2,2% λιγότερο σε σχέση με την προηγούμενη σοδειά. Η μείωση αυτή θα μπορούσε να δώσει στήριξη στις τιμές, καθώς η ιταλική βιομηχανία ζυμαρικών αποτελεί τον σημαντικότερο αγοραστή για το ελληνικό προϊόν.

Ωστόσο, η διεθνής αγορά έχει και αντίβαρα. Ο Καναδάς, ο μεγαλύτερος εξαγωγέας σκληρού σιταριού στον κόσμο, αναμένεται να έχει παραγωγή 6 εκατ. τόνων το 2026/27. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά 15,3% σε σχέση με το ρεκόρ της προηγούμενης περιόδου, παραμένει όμως αρκετά υψηλή ώστε να διατηρήσει ισχυρή την παρουσία του στις αγορές της Βόρειας Αφρικής και της Μεσογείου.

Τιμές που δεν ακολουθούν το κόστος

Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τους παραγωγούς δεν είναι μόνο το επίπεδο της τιμής, αλλά η απόσταση που τη χωρίζει από το κόστος παραγωγής.

Στην Ιταλία, που λειτουργεί ως βασικός δείκτης για το ευρωπαϊκό σκληρό σιτάρι, οι τιμές για ποιοτικά σιτάρια κινήθηκαν στις αρχές του 2026 στα 285-290 ευρώ ο τόνος. Στις 12 Μαρτίου 2026, το χρηματιστήριο της Μπολόνιας έκλεισε στα 271,50 ευρώ ο τόνος.

Για τα ελληνικά σκληρά, η τιμή FOB τον Ιανουάριο του 2026 διαμορφώθηκε στα 245-250 ευρώ ο τόνος, καταγράφοντας μείωση 6% έως 17% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024/25.

Σε επίπεδο παραγωγού, τα συμβολαιακά σιτάρια της σοδειάς του 2026 κινήθηκαν από 23 έως 27,5 λεπτά το κιλό, ανάλογα με την πρωτεΐνη. Ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Φαρσάλων «Ενιπέας» άνοιξε συμβόλαια στα 24,5 έως 27,5 λεπτά, ενώ ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Πλατυκάμπου ανακοίνωσε κλειστή τιμή στα 23 λεπτά.

Η σύγκριση με πέρυσι δείχνει γιατί η φετινή χρονιά θεωρείται δύσκολη. Το 2025 η τιμή αλωνιών στη Θεσσαλία είχε κινηθεί στα 24-25 λεπτά το κιλό, επίπεδο που είχε χαρακτηριστεί οριακό, καθώς μόλις κάλυπτε το αυξημένο κόστος παραγωγής.

Για το 2026, το κόστος δεν έχει επιστρέψει στα προηγούμενα επίπεδα. Τα λιπάσματα παραμένουν ακριβότερα σε σχέση με την περίοδο πριν από το 2021, ενώ ενοίκια γης, σπόροι και μηχανήματα συνεχίζουν να επιβαρύνουν τον παραγωγό. Έτσι, μια μικρή άνοδος της τιμής κατά 1 ή 2 λεπτά το κιλό δεν αρκεί για να αλλάξει ουσιαστικά την εικόνα.

Ο παράγοντας Τουρκία

Η Τουρκία αποτελεί έναν από τους παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την αγορά στο δεύτερο εξάμηνο του έτους. Το 2025/26 η συνολική παραγωγή της μειώθηκε κατά 15%, στους 16,3 εκατ. τόνους, από τους οποίους μόλις 3,5 εκατ. τόνοι αφορούσαν σκληρό σιτάρι.

Η εξέλιξη αυτή μετέτρεψε την Τουρκία σε καθαρό εισαγωγέα το 2024 και το 2025, αλλάζοντας την εικόνα που είχε διαμορφωθεί την περίοδο 2023-2024, όταν είχε εμφανιστεί ως ιδιαίτερα επιθετικός εξαγωγέας στη Μεσόγειο.

Η εικόνα, όμως, μπορεί να αλλάξει ξανά. Τον Φεβρουάριο του 2026, ο τουρκικός Κρατικός Οργανισμός Σιτηρών ανακοίνωσε την προγραμματισμένη διάθεση 1,041 εκατ. τόνων σκληρού σιταριού από τα στρατηγικά αποθέματα, σε τιμή περίπου 320 δολαρίων ο τόνος. Στόχος της κίνησης είναι η συγκράτηση του εγχώριου πληθωρισμού.

Την ίδια στιγμή, η τουρκική σοδειά του 2026/27 αναμένεται αυξημένη κατά 6% έως 8%, λόγω ευνοϊκών καιρικών συνθηκών. Αυτό σημαίνει ότι από τον Σεπτέμβριο η Τουρκία μπορεί να εμφανιστεί εκ νέου με ισχυρότερη προσφορά στη μεσογειακή αγορά, πιέζοντας τις τιμές σε μια περίοδο κατά την οποία αρκετοί Έλληνες παραγωγοί ενδέχεται να έχουν επιλέξει την αποθήκευση.

Το ελληνικό προϊόν και το χαμένο πλεονέκτημα

Η Ελλάδα διαθέτει σημαντική παραγωγή σκληρού σιταριού. Το 2023 η καλλιεργούμενη έκταση έφτασε τα 3.222,5 χιλιάδες στρέμματα και η παραγωγή τους 1.010,3 χιλιάδες τόνους, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ.

Το ελληνικό σκληρό σιτάρι έχει ισχυρά ποιοτικά χαρακτηριστικά, κυρίως ως προς την πρωτεΐνη, και κατευθύνεται κυρίως στην Ιταλία, όπου χρησιμοποιείται από τη βιομηχανία ζυμαρικών.

Παρά το ποιοτικό πλεονέκτημα, η εμπορική αξιοποίησή του παραμένει περιορισμένη. Οι συνεταιρισμοί της Θεσσαλίας διαπραγματεύονται συχνά χωριστά με εμπόρους και βιομηχανίες, χωρίς συγκέντρωση μεγάλων ποσοτήτων που θα μπορούσε να ενισχύσει τη θέση τους στις διεθνείς αγορές.

Η συμβολαιακή καλλιέργεια λειτουργεί ως μια λύση μεγαλύτερης ασφάλειας, αλλά δεν έχει ακόμη αξιοποιηθεί στον βαθμό που θα μπορούσε. Όσοι παραγωγοί υπέγραψαν συμβόλαια με βιομηχανίες ζυμαρικών ή άλλες εταιρείες για τη σοδειά του 2026 πέτυχαν τιμές υψηλότερες από την ανοιχτή αγορά.

Τέσσερις παράγοντες θα κρίνουν την τιμή

Η τελική τιμή στα αλώνια δεν μπορεί ακόμη να προβλεφθεί με ακρίβεια. Θα εξαρτηθεί κυρίως από τέσσερις παράγοντες: την ποσότητα και την ποιότητα της ελληνικής σοδειάς, τη ζήτηση της ιταλικής βιομηχανίας τον Ιούνιο, την πορεία του καναδικού αλωνισμού από τον Αύγουστο και την απορρόφηση των τουρκικών αποθεμάτων.

Το βέβαιο είναι ότι ο παραγωγός μπαίνει στη φετινή περίοδο με περιορισμένα περιθώρια ρίσκου. Το κόστος παραμένει υψηλό και η αποθήκευση, αν δεν στηρίζεται σε οργανωμένη στρατηγική, μπορεί να αποδειχθεί επισφαλής επιλογή.

Το σκληρό σιτάρι εξακολουθεί να αποτελεί βασικό εισόδημα για τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Η φετινή χρονιά, όμως, δείχνει ξανά ότι η ποιότητα από μόνη της δεν αρκεί. Η ελληνική παραγωγή χρειάζεται ισχυρότερη οργάνωση, συλλογική διαπραγμάτευση, πιστοποίηση του ποιοτικού της πλεονεκτήματος και μεγαλύτερη αξιοποίηση της συμβολαιακής καλλιέργειας.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις