Σε οικολογική καταστροφή εξελίσσεται το υδατικό πρόβλημα στη Θεσσαλία, καθώς, σύμφωνα με επιστημονικές προειδοποιήσεις, η περιοχή καταναλώνει σταθερά περισσότερες ποσότητες νερού από όσες αναπληρώνονται μέσω του ετήσιου υδρολογικού κύκλου.
Ο Νικήτας Μυλόπουλος, καθηγητής του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και διευθυντής του Εργαστηρίου Υδρολογίας και Ανάλυσης Υδατικών Συστημάτων, τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι το πρόβλημα έχει πλέον σοβαρές περιβαλλοντικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις.
Όπως εξηγεί, το βασικό χαρακτηριστικό της κρίσης είναι το μόνιμα ελλειμματικό υδατικό ισοζύγιο. Για πολλά χρόνια στη Θεσσαλία καταναλώνεται περισσότερο νερό από αυτό που εισρέει κάθε χρόνο μέσω βροχής και χιονιού, τροφοδοτώντας τα επιφανειακά υδατορεύματα και τους υπόγειους υδροφορείς.
Αποτέλεσμα είναι να εξαντλούνται όχι μόνο τα ανανεώσιμα αποθέματα, αλλά και τα μόνιμα υδατικά αποθέματα, τα οποία, σύμφωνα με τον καθηγητή, αποτελούν τη φυσική κληρονομιά της περιοχής.
Ο κ. Μυλόπουλος προειδοποιεί ότι, χωρίς δραστικές παρεμβάσεις σε όλο τον κύκλο διαχείρισης του νερού, το πρόβλημα θα επιδεινωθεί. Όπως σημειώνει, η κρίση αφορά όλες τις πεδινές λεκάνες της Θεσσαλίας, τόσο του Πηνειού όσο και της Κάρλας, και θα γίνει εντονότερη σε ξηρές υδρολογικά χρονιές.
Ιδιαίτερα άμεσες θα είναι οι επιπτώσεις στις περιοχές που υδρεύονται και αρδεύονται από επιφανειακούς ταμιευτήρες, όπου η ανομβρία αποτυπώνεται γρηγορότερα. Στις περιοχές των γεωτρήσεων, το πρόβλημα της πτώσης της στάθμης του υπόγειου νερού είναι ήδη έντονο και, κατά τόπους, φτάνει ακόμη και τα 200 μέτρα. Εκεί η επιδείνωση μπορεί να εμφανίζεται με σχετική καθυστέρηση, όμως συνοδεύεται και από σοβαρή υποβάθμιση της ποιότητας του νερού.
Σύμφωνα με τον καθηγητή, οι αρνητικές συνέπειες της κλιματικής απορρύθμισης επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση, αυξάνοντας τον κίνδυνο λειψυδρίας με δυνητικά καταστροφικές συνέπειες για τις καλλιέργειες.
Ως προς τις λύσεις, ο κ. Μυλόπουλος επισημαίνει την ανάγκη επανεξέτασης έργων που δεν υλοποιήθηκαν ή δεν λειτούργησαν ποτέ στην περιοχή. Αναφέρεται σε έργα συλλογής νερού εντός λεκάνης που εγκαταλείφθηκαν, σε δίκτυα μεταφοράς νερού που δεν έγιναν, σε συλλογικά αρδευτικά δίκτυα και άλλα εγγειοβελτιωτικά έργα που είτε απεντάχθηκαν από χρηματοδοτήσεις είτε δεν σχεδιάστηκαν ποτέ.
Παράλληλα, τονίζει την ανάγκη αξιοποίησης σύγχρονων μεθόδων άρδευσης που εξοικονομούν νερό, καθώς και ενός ευρύτερου σχεδιασμού των καλλιεργειών, ο οποίος θα λαμβάνει υπόψη τις υδατικές δυνατότητες των οικοσυστημάτων και τις νέες συνθήκες που επιβάλλει η κλιματική κρίση.
Η κατάσταση του Πηνειού αποτυπώνει, σύμφωνα με τον ίδιο, τη διατάραξη του υδατικού ισοζυγίου στη Θεσσαλία. Ο ποταμός, ένας από τους σημαντικότερους της χώρας, εμφανίζει έντονα σημάδια μείωσης της παροχής του, αλλά και ποιοτικής υποβάθμισης των νερών του, καθώς λειτουργεί ως αποδέκτης κάθε είδους αποβλήτων.
Ο κ. Μυλόπουλος υπογραμμίζει ότι το ποσοτικό και το ποιοτικό πρόβλημα είναι αλληλένδετα. Η υπερεντατική γεωργική δραστηριότητα, όπως αναφέρει, έχει συμβάλει τόσο στην εξάντληση των υδατικών αποθεμάτων της λεκάνης απορροής όσο και στην επιβάρυνση των νερών με φυτοφάρμακα και άλλους ρύπους.
Η ποιοτική υποβάθμιση, προσθέτει, επιτείνεται από την ποσοτική εξάντληση, καθώς οι ίδιες ποσότητες ρύπων εμφανίζονται σε πολύ μεγαλύτερες συγκεντρώσεις όταν μειώνεται ο διαθέσιμος όγκος νερού.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις