Του Γ. Παπαδόπουλου
Η ενεργοποίηση του γεωργικού αποθεματικού κρίσης δίνει την πρώτη απάντηση στις πιέσεις των αγροτών, όμως το κόστος των εισροών, το CBAM και η αβεβαιότητα για τη σεζόν του 2027 κρατούν ανοιχτό το μέτωπο της ευρωπαϊκής παραγωγής.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να ανακόψει την πίεση που ασκεί η νέα άνοδος των τιμών των λιπασμάτων στον αγροτικό κόσμο, ανακοινώνοντας την κινητοποίηση και αύξηση του γεωργικού αποθεματικού κρίσης από τα 200 εκατ. ευρώ στα 500 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για μια κίνηση άμεσης πολιτικής παρέμβασης, σε μια αγορά όπου το κόστος παραγωγής κινείται πλέον με ρυθμούς που απειλούν όχι μόνο το εισόδημα των παραγωγών, αλλά και τις αποφάσεις για τις καλλιέργειες της επόμενης χρονιάς.
Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή αγροτοσυνεταιριστική οργάνωση Copa-Cogeca, τα κράτη μέλη θα έχουν τη δυνατότητα να συμπληρώσουν την ευρωπαϊκή ενίσχυση με πρόσθετη εθνική στήριξη έως και 200% του ποσού που θα τους κατανεμηθεί. Η ανακοίνωση καταγράφεται ως ένα πρώτο θετικό βήμα από τις Βρυξέλλες, με ιδιαίτερη αναφορά στον ρόλο του Επιτρόπου Γεωργίας και Τροφίμων, Κριστόφ Χάνσεν, ο οποίος έχει βρεθεί το τελευταίο διάστημα στο επίκεντρο των πιέσεων για πιο αποφασιστική αντίδραση απέναντι στην κρίση των λιπασμάτων.
Ωστόσο, πίσω από τον αριθμό των 500 εκατ. ευρώ βρίσκεται ένα βαθύτερο πρόβλημα κλίμακας. Όταν το ποσό επιμεριστεί στους εκατομμύρια παραγωγούς της Ευρώπης που επηρεάζονται από την αύξηση των τιμών, η πραγματική του επίδραση αναμένεται να είναι περιορισμένη. Η ενίσχυση μπορεί να προσφέρει ρευστότητα, αλλά δύσκολα μπορεί να αντισταθμίσει το πρόσθετο κόστος που ήδη έχει περάσει στους λογαριασμούς των εκμεταλλεύσεων.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο λόγω του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα, του γνωστού CBAM, ο οποίος εφαρμόζεται και στα λιπάσματα. Η Copa-Cogeca εκτιμά ότι το άμεσο κόστος του μηχανισμού για τους Ευρωπαίους αγρότες μπορεί να φθάσει τα 820 εκατ. ευρώ μόνο το 2026. Για τον αγροτικό τομέα, αυτό σημαίνει ότι ένα μέτρο σχεδιασμένο για την κλιματική πολιτική της Ευρώπης κινδυνεύει να μετατραπεί σε πρόσθετο βάρος για την παραγωγή, σε μια περίοδο όπου οι διεθνείς αγορές ενέργειας, πρώτων υλών και μεταφορών παραμένουν εξαιρετικά ευμετάβλητες.
Η ευρωπαϊκή αγροτική πλευρά ζητά πλέον οι αποφάσεις να μην περιοριστούν στη χρηματοδοτική διάσταση. Η Copa και η Cogeca ζητούν άμεσες παρεκκλίσεις από τα όρια της Οδηγίας για τα νιτρικά σε σχέση με την αξιοποίηση κοπριάς και χωνεμένου υπολείμματος, καθώς και μεγαλύτερη διαφάνεια στην αγορά λιπασμάτων. Το επιχείρημα είναι ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να μιλά για κυκλική οικονομία, μείωση εξάρτησης και ανθεκτικότητα, χωρίς να επιτρέπει στους παραγωγούς να αξιοποιήσουν πιο αποτελεσματικά τα διαθέσιμα θρεπτικά στοιχεία εντός της ίδιας της ευρωπαϊκής γεωργίας.
Το επείγον στοιχείο δεν αφορά μόνο την τρέχουσα καλλιεργητική περίοδο. Παρότι η παραγωγική σεζόν του 2026 βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, η συζήτηση μετατοπίζεται ήδη στον εφοδιασμό του 2027. Η ζήτηση για λιπάσματα αναμένεται να αυξηθεί εκ νέου ενόψει της επόμενης σποράς, ενώ από το πεδίο έρχονται μηνύματα αυξανόμενης ανησυχίας. Παραγωγοί εξετάζουν αλλαγές στην αμειψισπορά, περιορισμό των λιπάνσεων ή ακόμη και εγκατάλειψη μέρους της καλλιεργήσιμης γης, εφόσον το κόστος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τις αναμενόμενες τιμές παραγωγού.
Αυτές οι αποφάσεις δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες. Αγγίζουν τον πυρήνα της ευρωπαϊκής επισιτιστικής ασφάλειας. Λιγότερη λίπανση μπορεί να σημαίνει χαμηλότερες αποδόσεις. Αλλαγές στις καλλιέργειες μπορεί να επηρεάσουν την προσφορά βασικών προϊόντων. Η μη καλλιέργεια εκτάσεων, ακόμη και σε περιορισμένη κλίμακα, μπορεί να μεταφέρει την πίεση στην αγορά τροφίμων και τελικά στον καταναλωτή.
Για την Ελλάδα, το θέμα έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς η εγχώρια γεωργία λειτουργεί ήδη με υψηλό κόστος ενέργειας, ακριβές εισροές, περιορισμένη διαπραγματευτική ισχύ και έντονη εξάρτηση από τις διεθνείς τιμές. Σε καλλιέργειες όπως τα σιτηρά, το βαμβάκι, το καλαμπόκι, οι δενδρώδεις καλλιέργειες και τα κηπευτικά, το λίπασμα δεν είναι δευτερεύουσα δαπάνη. Είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες που καθορίζουν την απόδοση, την ποιότητα και τελικά το εισόδημα.
Η παρέμβαση των Βρυξελλών κινείται στη σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν εξαντλεί το πρόβλημα. Τα 500 εκατ. ευρώ προσφέρουν έναν πρώτο βαθμό ανακούφισης σε μια περίοδο έντονης πίεσης, χωρίς όμως να καλύπτουν το πραγματικό κόστος που δημιουργεί η άνοδος των λιπασμάτων για εκατομμύρια παραγωγούς. Η επόμενη δοκιμασία για την Ευρωπαϊκή Ένωση θα είναι αν μπορεί να περάσει από τη διαχείριση της κρίσης σε μια πολιτική πρόληψης, με ασφαλέστερο εφοδιασμό, καθαρότερους κανόνες στην αγορά και λιγότερα βάρη που καταλήγουν αποκλειστικά στον αγρότη. Διότι το κόστος των λιπασμάτων δεν μένει στο χωράφι. Περνά στην παραγωγή, στην τιμή των τροφίμων και τελικά στην αντοχή της ίδιας της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις