Η «απόβαση» των βιολογικών προϊόντων εκτός ΕΕ στα μεσογειακά τραπέζια

Η Μεσόγειος, με πρωτεργάτες την Ιταλία και την Ελλάδα, βρίσκεται μπροστά σε ένα πρωτοφανές αγροτικό παράδοξο. Ενώ οι δύο χώρες επενδύουν σημαντικούς πόρους στη στροφή προς την οικολογική γεωργία, μια αθόρυβη πλημμύρα εισαγόμενων βιολογικών προϊόντων από τρίτες χώρες απειλεί να εκτοπίσει τους ντόπιους παραγωγούς. Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα οποία ανέλυσε η Coldiretti Bio, δείχνουν ότι για το 2025 οι εισαγωγές εκτός ΕΕ στην Ιταλία αναμένεται να εκτιναχθούν κατά 26%, αγγίζοντας τα 300 δισεκατομμύρια κιλά. Αυτή η εισβολή χαμηλού κόστους προκαλεί έντονο αθέμιτο ανταγωνισμό και πλήττει ανησυχητικά τη διαφάνεια για τους καταναλωτές.

Η Ιταλία αποτελεί το πιο τρανταχτό παράδειγμα αυτής της στρέβλωσης, καθώς, παρά το γεγονός ότι κατέχει την ευρωπαϊκή πρωτοπορία με σχεδόν 90.000 αγροκτήματα και 2,5 εκατομμύρια εκτάρια βιολογικής γεωργίας (πάνω από το 20% της συνολικής αγροτικής της γης), έχει μετατραπεί στον τρίτο μεγαλύτερο εισαγωγέα βιολογικών στην Ευρώπη. Κάθε μέρα, ένα ποτάμι από φρούτα, λαχανικά, σιτάρι και μπαχαρικά περνά τα σύνορα με τη γενική ετικέτα «Γεωργία εκτός ΕΕ». Χαρακτηριστικό είναι ότι το βιολογικό εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο κατέχει το υψηλότερο μερίδιο των ευρωπαϊκών εισαγωγών, με το 99% να προέρχεται πλέον από την Τυνησία.

Στην Ελλάδα, το σκηνικό επαναλαμβάνεται με ανάλογες πιέσεις για την εγχώρια οικονομία, οι οποίες μάλιστα εντείνονται λόγω των πρόσφατων εσωτερικών κραδασμών. Ενώ η χώρα μας προσπαθούσε να αυξήσει τα στρέμματα βιολογικής καλλιέργειας, η πρόσφατη απόφαση του ΥΠΑΑΤ να πετάξει εκτός των νέων προγραμμάτων («Μέτρο 11») ολόκληρους κλάδους, όπως τη βιολογική κτηνοτροφία και τη βιολογική μελισσοκομία, άφησε χιλιάδες παραγωγούς εκτός επιδοτήσεων. Αυτό το «κούρεμα» και ο αποκλεισμός της ζωικής παραγωγής και του μελιού από την κρατική στήριξη, σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος παραγωγής και ζωοτροφών, αφήνει τους Έλληνες αγρότες εντελώς απροστάτευτους.

Την ίδια ώρα, οι εισαγωγές βιολογικών προϊόντων στην Ελλάδα τρέχουν με ετήσια άνοδο που ξεπερνά το 12%. Στα ράφια των ελληνικών καταστημάτων, οι εγχώριοι παραγωγοί —που πλέον παλεύουν χωρίς τις αναγκαίες ενισχύσεις στη μελισσοκομία και την κτηνοτροφία— έρχονται αντιμέτωποι με φθηνά όσπρια από την Τουρκία, λεμόνια και μέλι από την Αίγυπτο, αλλά και εισαγόμενα κρέατα ή γαλακτοκομικά, τα οποία εισάγονται μαζικά, έχοντας παραχθεί με πάμφθηνα εργατικά χέρια και πολύ πιο χαλαρούς περιβαλλοντικούς και υγειονομικούς ελέγχους.

Το μεγάλο πρόβλημα εστιάζεται στη διαφάνεια, καθώς η ένδειξη «Γεωργία εκτός ΕΕ» κρύβει την ακριβή χώρα προέλευσης. Για τον λόγο αυτό, οι αγροτικοί φορείς σε Ελλάδα και Ιταλία τονίζουν ότι καθίσταται επείγον να εισαχθεί η υποχρεωτική αναγραφή της χώρας προέλευσης στις ετικέτες και να εφαρμοστεί η αρχή της αμοιβαιότητας. Είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι τα προϊόντα από τρίτες χώρες πληρούν ακριβώς τα ίδια περιβαλλοντικά, υγειονομικά και παραγωγικά πρότυπα που απαιτούνται από τους Ευρωπαίους αγρότες, ώστε να σταματήσει ο άνισος αυτός αγώνας.

Εν αναμονή πιο αυστηρών εθνικών σημάτων πιστοποίησης, όπως η ιταλική βιολογική ετικέτα που ανακοίνωσε η Masaf, η μόνη άμεση ασπίδα προστασίας είναι ο προσανατολισμός των καταναλωτών στα προϊόντα τοπικής προέλευσης. Η διέξοδος για τη στήριξη της εγχώριας αγροτικής οικονομίας βρίσκεται στην προώθηση των βραχέων αλυσίδων εφοδιασμού, στην ενίσχυση των άμεσων πωλήσεων από τον παραγωγό στον καταναλωτή και στην περαιτέρω ανάπτυξη των αγορών των αγροτών (βιολογικές λαϊκές αγορές), που εγγυώνται τη φρεσκάδα και την καθαρή ταυτότητα του προϊόντος.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις