Του Γ. Παπαδόπουλου
Η Σερβία εξελίσσεται στην πιο άμεση εμπορική ευκαιρία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Αυστρία αναζητούν προϊόντα υψηλής ποιότητας, ενώ οι μεγάλοι ισπανικοί όμιλοι μπορούν να απορροφήσουν σημαντικές ποσότητες χύδην ελαιολάδου όταν υποχωρεί η εγχώρια παραγωγή τους.
Νέοι δρόμοι για το ελληνικό ελαιόλαδο ανοίγονται σε αγορές με διαφορετικά χαρακτηριστικά και απαιτήσεις, από τη γειτονική Σερβία έως το Ηνωμένο Βασίλειο, την Αυστρία, την Ισπανία και την ιδιαίτερα απαιτητική αγορά της Κίνας.
Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες του Agrocapital, η χαρτογράφηση έξι διεθνών αγορών ανέδειξε τους ισχυρότερους επιχειρηματικούς ομίλους που δραστηριοποιούνται στην εισαγωγή, στη διανομή, στην τυποποίηση και στη λιανική πώληση ελαιολάδου.
Δεν πρόκειται σε όλες τις περιπτώσεις για επιβεβαιωμένους αγοραστές ελληνικού προϊόντος. Στη λίστα περιλαμβάνονται, ωστόσο, μεγάλοι εισαγωγείς, πολυεθνικοί διανομείς, κορυφαίες αλυσίδες λιανικής και καθετοποιημένοι βιομηχανικοί όμιλοι που μπορούν να αποτελέσουν στόχο για συμφωνίες χύδην ελαιολάδου, επώνυμων προϊόντων ή ιδιωτικής ετικέτας.
Η Σερβία γίνεται αγορά πρώτης προτεραιότητας
Η Σερβία αναδεικνύεται στην πιο άμεση εμπορική ευκαιρία για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Η χώρα καλύπτει σχεδόν το σύνολο των αναγκών της μέσω εισαγωγών, ενώ το ελληνικό ελαιόλαδο ενισχύει σταθερά τη θέση του.
Το 2025 οι εισαγωγές ελαιολάδου στη σερβική αγορά ανήλθαν σε 12,43 εκατ. ευρώ και 1.915 τόνους. Η Ελλάδα κάλυψε το 19,11% της αξίας και το 20,68% της εισαγόμενης ποσότητας.
Η εικόνα βελτιώθηκε αισθητά κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, όταν το ελληνικό μερίδιο αυξήθηκε στο 29,05% της αξίας και στο 28,31% του όγκου των εισαγωγών.
Μεταξύ των μεγαλύτερων ομίλων εισαγωγής και διανομής βρίσκονται οι NELT Group, Delta DMD και Orbico Serbia, επιχειρήσεις με αναπτυγμένα δίκτυα αποθήκευσης και διανομής και ισχυρή πρόσβαση στο οργανωμένο λιανεμπόριο.
Στη λιανική κυριαρχούν η Ahold Delhaize με το δίκτυο Maxi, η Mercator-S με τα Idea και Roda, καθώς και οι Lidl και Metro.
Η ταχεία αύξηση του ελληνικού μεριδίου δείχνει ότι η Σερβία μπορεί να αποτελέσει αγορά άμεσης προτεραιότητας τόσο για επώνυμο εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο όσο και για συμφωνίες ιδιωτικής ετικέτας.
Η βρετανική αγορά περνά από τις μεγάλες αλυσίδες
Το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες καταναλωτικές αγορές ελαιολάδου στην Ευρώπη. Η πρόσβαση στα ράφια παραμένει δύσκολη, καθώς οι μεγάλοι όμιλοι απαιτούν υψηλές ποσότητες, διεθνείς πιστοποιήσεις, συνέπεια στις παραδόσεις και οργανωμένη εμπορική υποστήριξη.
Το 2024 οι βρετανικές εισαγωγές ελαιολάδου έφθασαν περίπου τις 442 εκατ. λίρες και τους 60.871 τόνους. Οι εισαγωγές από την Ελλάδα διαμορφώθηκαν σε 20,06 εκατ. λίρες και 3.956 τόνους.
Σχεδόν το 98% της αξίας των ελληνικών εξαγωγών αφορούσε εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο. Το ελληνικό προϊόν τοποθετείται επομένως κυρίως στην κατηγορία της ποιότητας και λιγότερο στον ανταγωνισμό της χαμηλότερης τιμής.
Τη βρετανική αγορά διαμορφώνουν οι Tesco, Sainsbury’s, Asda, Morrisons, Aldi, Lidl, Waitrose, Marks & Spencer, Booker και Ocado.
Για να φθάσει ένα ελληνικό προϊόν στα δίκτυα αυτών των ομίλων απαιτείται συνήθως συνεργασία με μεγάλο τοπικό εισαγωγέα ή εγκεκριμένο προμηθευτή. Οι σημαντικότερες δυνατότητες εντοπίζονται στα premium προϊόντα, στο βιολογικό ελαιόλαδο και στις συμφωνίες ιδιωτικής ετικέτας.
Τέσσερις όμιλοι ελέγχουν την Αυστρία
Η Αυστρία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για ελληνικά προϊόντα υψηλής ποιότητας, βιολογικής παραγωγής και πιστοποιημένης προέλευσης.
Το 2025 εισήγαγε ελαιόλαδο αξίας 88,2 εκατ. ευρώ, συνολικής ποσότητας 12.539 τόνων.
Η Ελλάδα κατέλαβε την τρίτη θέση μεταξύ των προμηθευτών, με εξαγωγές 15,76 εκατ. ευρώ και 2.113 τόνων. Το ελληνικό μερίδιο έφθασε το 17,9% της αξίας και το 16,9% της ποσότητας.
Η αυστριακή αγορά χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά υψηλή συγκέντρωση. Οι όμιλοι SPAR, REWE, Hofer και Lidl ελέγχουν περίπου το 95% της λιανικής αγοράς.
Μεγάλο μέρος των πωλήσεων πραγματοποιείται μέσω προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας. Η πρόσβαση για τις ελληνικές επιχειρήσεις περνά επομένως από τα κεντρικά τμήματα προμηθειών των αλυσίδων ή από μεγάλους εγκεκριμένους εισαγωγείς που τροφοδοτούν τα συγκεκριμένα δίκτυα.
Η ήδη ισχυρή θέση της Ελλάδας δημιουργεί περιθώριο περαιτέρω ανάπτυξης για προϊόντα με πιστοποιημένη προέλευση, βιολογικά χαρακτηριστικά και διακριτή ελληνική ταυτότητα.
Η Ισπανία αγοράζει όταν υποχωρεί η παραγωγή
Η Ισπανία είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός ελαιολάδου παγκοσμίως. Παράλληλα, όμως, πραγματοποιεί μεγάλες εισαγωγές όταν η εγχώρια παραγωγή δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες της βιομηχανίας, της εσωτερικής αγοράς και των εξαγωγών της.
Το 2024 οι ισπανικές εισαγωγές έφθασαν τα 1,67 δισ. ευρώ και τους 309.811 τόνους. Η αξία των εισαγωγών από την Ελλάδα ανήλθε σε 54,44 εκατ. ευρώ.
Στους μεγαλύτερους ισπανικούς ομίλους ελαιολάδου περιλαμβάνονται οι Dcoop, Migasa Aceites, Acesur, Coosur, Sovena España, Deoleo, Borges, Aceites Abril, FJ Sánchez Sucesores, F. Faiges και Oleoestepa.
Πρόκειται για καθετοποιημένες επιχειρήσεις με δραστηριότητα στην παραγωγή, στη μεταποίηση, στη συσκευασία, στη λιανική και στις εξαγωγές. Οι μεγάλες ανάγκες τους σε πρώτη ύλη μπορούν να δημιουργήσουν ευκαιρίες για συμφωνίες χύδην ελληνικού ελαιολάδου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι συγκεκριμένοι όμιλοι αγοράζουν σήμερα ελληνικό προϊόν. Η προσέγγισή τους απαιτεί απευθείας επικοινωνία με τα αρμόδια τμήματα προμηθειών και συγκεκριμένη προσφορά που θα περιλαμβάνει διαθέσιμη ποσότητα, ποιοτικά χαρακτηριστικά, τιμή και χρόνο παράδοσης.
Η Κίνα παραμένει μεγάλη αλλά δύσκολη αγορά
Η κινεζική αγορά ελαιολάδου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές, καθώς περίπου το 91% του προϊόντος που καταναλώνεται προέρχεται από το εξωτερικό. Την ίδια ώρα, οι ηλεκτρονικές πωλήσεις καλύπτουν περίπου το 35% της αγοράς.
Η ελληνική παρουσία παραμένει περιορισμένη. Το 2024 η Ελλάδα εξήγαγε στην Κίνα μόλις 71 τόνους ελαιολάδου, αξίας περίπου 795.000 ευρώ.
Οι δύο μεγαλύτεροι όμιλοι που εισάγουν και διακινούν ελαιόλαδο στη χώρα είναι οι COFCO και Yihai Kerry Arawana.
Η είσοδος στην κινεζική αγορά απαιτεί ισχυρό τοπικό συνεργάτη, προσαρμοσμένη συσκευασία, σημαντική επένδυση στο εμπορικό σήμα και οργανωμένη παρουσία στις μεγάλες ηλεκτρονικές πλατφόρμες.
Πρόκειται για αγορά με σημαντικές δυνατότητες, αλλά και υψηλό κόστος εισόδου, όπου η ανάπτυξη απαιτεί χρόνο, κεφάλαια και σταθερή εμπορική παρουσία.
Η Τυνησία παραμένει ο μεγάλος ανταγωνιστής
Η Τυνησία δεν αποτελεί φυσικό εξαγωγικό προορισμό για το ελληνικό ελαιόλαδο. Λειτουργεί περισσότερο ως ισχυρός ανταγωνιστής στις διεθνείς αγορές και ως σημαντική πηγή εφοδιασμού για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες.
Η παραγωγή της μπορεί να φθάσει περίπου τους 200.000 τόνους, με σχεδόν το 80% να κατευθύνεται στις εξαγωγές. Ισχυρή παρουσία διαθέτει στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον Καναδά και στη Σαουδική Αραβία.
Για τις ελληνικές επιχειρήσεις, η Τυνησία έχει κυρίως σημασία ως αγορά παρακολούθησης των διεθνών τιμών, των διαθέσιμων ποσοτήτων και του ανταγωνισμού που αντιμετωπίζει το ελληνικό προϊόν.
Με βάση τα διαθέσιμα εμπορικά στοιχεία, η Σερβία προσφέρει σήμερα την πιο άμεση δυνατότητα διεύρυνσης των ελληνικών εξαγωγών. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Αυστρία μπορούν να στηρίξουν προϊόντα υψηλής ποιότητας και ιδιωτικής ετικέτας, ενώ η Ισπανία αποκτά ιδιαίτερη σημασία για μεγάλες ποσότητες χύδην ελαιολάδου όταν περιορίζεται η δική της παραγωγή.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις