Φυτοφάρμακα: Πότε ένας ψεκασμός γίνεται παράβαση και ποιος επιβάλλει τα πρόστιμα

Οι έλεγχοι στα χωράφια, η διερεύνηση των καταγγελιών και η επιβολή προστίμων αποτελούν ευθύνη των εθνικών αρχών. Για τους επαγγελματίες χρήστες, η ολοκληρωμένη φυτοπροστασία δεν αποτελεί σύσταση, αλλά υποχρέωση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση καθορίζει τους κοινούς κανόνες για την έγκριση και τη χρήση των φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Η εφαρμογή, όμως, της νομοθεσίας στην πράξη περνά στις αρμόδιες αρχές κάθε κράτους-μέλους, οι οποίες πραγματοποιούν τους επιτόπιους ελέγχους, εξετάζουν τις καταγγελίες, διαπιστώνουν πιθανές παραβάσεις και επιβάλλουν τις προβλεπόμενες κυρώσεις.

Τη διαχωριστική αυτή γραμμή αποσαφηνίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε απάντησή της προς την Επιτροπή Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με αφορμή καταγγελίες για ψεκασμούς και πιθανές περιβαλλοντικές επιπτώσεις στη Βουλγαρία. Η σχετική αναφορά κρίθηκε παραδεκτή στις 10 Μαρτίου 2026, ενώ η θέση της Επιτροπής καταγράφηκε στις 18 Ιουνίου 2026.

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο για την έγκριση των δραστικών ουσιών καθορίζεται από τον Κανονισμό 1107/2009. Πριν από την έγκριση ενός προϊόντος προηγείται επιστημονική αξιολόγηση των πιθανών επιπτώσεων στην ανθρώπινη και ζωική υγεία, στις καλλιέργειες, στη βιοποικιλότητα, στα υπόγεια και επιφανειακά νερά και στα οικοσυστήματα.

Ουσίες που κατατάσσονται στις αυστηρότερες κατηγορίες ως καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες ή τοξικές για την αναπαραγωγή δεν μπορούν, κατά κανόνα, να εγκριθούν. Αντίστοιχοι περιορισμοί ισχύουν για ουσίες που θεωρούνται ενδοκρινικοί διαταράκτες. Οι εξαιρέσεις είναι περιορισμένες και επιτρέπονται μόνο όταν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος για τη φυτική υγεία και δεν υπάρχουν άλλες αποτελεσματικές λύσεις.

Η νόμιμη άδεια κυκλοφορίας, ωστόσο, δεν επιτρέπει την ανεξέλεγκτη χρήση ενός φυτοφαρμάκου. Η εφαρμογή πρέπει να γίνεται αυστηρά σύμφωνα με την εγκεκριμένη ετικέτα, τις επιτρεπόμενες καλλιέργειες, τη δοσολογία, τον αριθμό των εφαρμογών, τα χρονικά διαστήματα πριν από τη συγκομιδή και τα προβλεπόμενα μέτρα προστασίας.

Η χρήση μεγαλύτερης δόσης, ο ψεκασμός μη εγκεκριμένης καλλιέργειας ή η παράλειψη των μέτρων ασφαλείας μπορούν να αποτελέσουν παράβαση, ακόμη και όταν το προϊόν κυκλοφορεί νόμιμα. Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο ποιο σκεύασμα χρησιμοποιείται, αλλά και πώς, πού και υπό ποιες συνθήκες εφαρμόζεται.

Ο Κανονισμός 2017/625 προβλέπει ότι οι έλεγχοι οργανώνονται βάσει αξιολόγησης κινδύνου. Οι αρχές μπορούν έτσι να επικεντρώνονται σε περιοχές, καλλιέργειες ή δραστηριότητες όπου θεωρείται αυξημένη η πιθανότητα παρατυπιών. Στις αρμοδιότητές τους περιλαμβάνονται επίσης η επανεξέταση ή ανάκληση αδειών, ο έλεγχος της πραγματικής χρήσης των προϊόντων και η διερεύνηση καταγγελιών.

Όταν μία παράβαση επιβεβαιώνεται, οι κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Το είδος και το ύψος τους καθορίζονται από την εθνική νομοθεσία και εξαρτώνται από τη σοβαρότητα της παράβασης και τον κίνδυνο που προκλήθηκε.

Παράλληλα, η Οδηγία 2009/128/ΕΚ καθιστά υποχρεωτική την ολοκληρωμένη φυτοπροστασία για τους επαγγελματίες χρήστες. Αυτό σημαίνει παρακολούθηση της καλλιέργειας, πρόληψη των προσβολών, εφαρμογή καλλιεργητικών μέτρων και εξέταση βιολογικών ή άλλων μη χημικών λύσεων.

Η χημική επέμβαση πρέπει να πραγματοποιείται όταν υπάρχει πραγματική ανάγκη και με τρόπο που περιορίζει τις επιπτώσεις σε ανθρώπους, ζώα, επικονιαστές, υδάτινους οργανισμούς και άλλα είδη που δεν αποτελούν στόχο.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να κινηθεί κατά ενός κράτους-μέλους όταν διαπιστώνεται συστηματική παραβίαση της νομοθεσίας. Δεν μπορεί, όμως, να αντικαταστήσει τις εθνικές αρχές ούτε να επιβάλει απευθείας πρόστιμο σε έναν μεμονωμένο αγρότη ή σε μία αγροτική επιχείρηση.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις