Του Γ. Παπαδόπουλου
Η τελευταία έκθεση του FAO διαπιστώνει ότι το κόστος μιας υγιεινής διατροφής στην Ευρώπη αυξήθηκε κατά 36% μεταξύ 2021 και 2025, ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Πίσω από αυτή την εξέλιξη βρίσκεται και ο τρόπος με τον οποίο οργανώθηκε επί δεκαετίες η ευρωπαϊκή αγροτική πολιτική, με μεγαλύτερη στήριξη στα δημητριακά, τα γαλακτοκομικά και την κτηνοτροφία και μικρότερη έμφαση στα φρούτα, τα λαχανικά και τα όσπρια.
Τα ψυχανθή, όπως τα φασόλια και οι φακές, καλύπτουν μόλις το 2,2% της καλλιεργήσιμης γης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η περιορισμένη παρουσία τους δεν επηρεάζει μόνο τη διατροφή, αλλά και την ενεργειακή ασφάλεια της ευρωπαϊκής γεωργίας. Η χρήση συνθετικών αζωτούχων λιπασμάτων, που βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στο φυσικό αέριο, έγινε για χρόνια πιο ελκυστική από τη βιολογική δέσμευση αζώτου μέσω αμειψισπορών με ψυχανθή.
Η υγιεινή διατροφή ακριβαίνει καθώς η ευρωπαϊκή γεωργία παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα ενεργειακά εξαρτημένο μοντέλο παραγωγής που βασίζεται στο φυσικό αέριο και στα συνθετικά λιπάσματα, περιορίζοντας παράλληλα τη διαθεσιμότητα φυτικών πρωτεϊνών.
Μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2025 στο Nature Food εκτιμά ότι η χρήση συνθετικού αζώτου θα μπορούσε να μειωθεί έως και 43% μέσω της καλλιέργειας ψυχανθών, της γεωργίας ακριβείας και της καλύτερης διαχείρισης της λίπανσης. Σύμφωνα με σχετικούς υπολογισμούς, μια τέτοια μετάβαση θα μπορούσε να εξοικονομεί έως και 5 δισ. ευρώ ετησίως για τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις της ΕΕ.
Ωστόσο, η αλλαγή δεν είναι μόνο γεωπονική. Είναι και πολιτική. Οι ισχυρές πιέσεις γύρω από τις επιδοτήσεις, την προώθηση του κρέατος και τη διατήρηση του υφιστάμενου παραγωγικού μοντέλου δυσκολεύουν κάθε ουσιαστική μετατόπιση.
Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με δύο αλληλένδετες αδυναμίες. Ένα σύστημα επιδοτήσεων που άφησε στο περιθώριο τις πρωτεϊνούχες καλλιέργειες και ένα ενεργειακό μοντέλο που έκανε τη γεωργία υπερβολικά εξαρτημένη από το άζωτο που παράγεται με ορυκτά καύσιμα.
Μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2025 στο Nature Food εκτιμά ότι η χρήση συνθετικού αζώτου θα μπορούσε να μειωθεί έως και 43% μέσω της καλλιέργειας ψυχανθών, της γεωργίας ακριβείας και της καλύτερης διαχείρισης της λίπανσης. Σύμφωνα με σχετικούς υπολογισμούς, μια τέτοια μετάβαση θα μπορούσε να εξοικονομεί έως και 5 δισ. ευρώ ετησίως για τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις της ΕΕ.
Ωστόσο, η αλλαγή δεν είναι μόνο γεωπονική. Είναι και πολιτική. Οι ισχυρές πιέσεις γύρω από τις επιδοτήσεις, την προώθηση του κρέατος και τη διατήρηση του υφιστάμενου παραγωγικού μοντέλου δυσκολεύουν κάθε ουσιαστική μετατόπιση.
Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με δύο αλληλένδετες αδυναμίες. Ένα σύστημα επιδοτήσεων που άφησε στο περιθώριο τις πρωτεϊνούχες καλλιέργειες και ένα ενεργειακό μοντέλο που έκανε τη γεωργία υπερβολικά εξαρτημένη από το άζωτο που παράγεται με ορυκτά καύσιμα.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις