Του Γ. Παπαδόπουλου
Για περισσότερα από δύο χρόνια η αγορά λιπασμάτων βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης εξαιτίας των διαδοχικών ανατιμήσεων, της ενεργειακής κρίσης και των προβλημάτων στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες. Σήμερα, όμως, το πραγματικό πρόβλημα φαίνεται να αλλάζει μορφή.
Δεν είναι μόνο ότι τα λιπάσματα ακριβαίνουν ξανά. Είναι ότι η αύξηση του κόστους τους συμβαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές πολλών αγροτικών προϊόντων κινούνται υποτονικά, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις υποχωρούν. Η σχέση ανάμεσα στην αξία της παραγωγής και στο κόστος των εισροών επιδεινώνεται ξανά και αυτό είναι που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία στις αγροτικές αγορές.
Η πρόσφατη ανάλυση της Oxford Economics έρχεται να επιβεβαιώσει αυτό που ήδη διαπιστώνουν πολλοί παραγωγοί στην πράξη. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, οι διεθνείς τιμές λιπασμάτων ενδέχεται να κινηθούν ανοδικά κατά περισσότερο από 30% μέσα στο 2026, με την ουρία να καταγράφει ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις.
Το ζήτημα δεν είναι πόσο κοστίζει το λίπασμα. Το ζήτημα είναι πόσα κιλά προϊόντος χρειάζεται πλέον να πουλήσει ο παραγωγός για να το αγοράσει.
Αυτή είναι η μεταβλητή που καθορίζει τελικά τη βιωσιμότητα μιας εκμετάλλευσης.Η Oxford Economics επισημαίνει ότι ο λόγος τιμών σιτηρών προς τιμές λιπασμάτων έχει υποχωρήσει σε επίπεδα που θυμίζουν περιόδους έντονης πίεσης στις αγροτικές αγορές. Με απλά λόγια, η αγοραστική δύναμη του παραγωγού απέναντι στα λιπάσματα μειώνεται και αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο όπου η γεωργία καλείται ήδη να απορροφήσει υψηλότερα κόστη ενέργειας, καυσίμων, μεταφορών και χρηματοδότησης.
Η γεωπολιτική επιστρέφει στο χωράφι
Οι περισσότεροι αγρότες δεν παρακολουθούν καθημερινά τις εξελίξεις στο Στενό του Ορμούζ ή τις διακυμάνσεις των ναύλων στη Μέση Ανατολή. Παρ’ όλα αυτά, οι εξελίξεις αυτές καταλήγουν τελικά στο κόστος παραγωγής τους.
Το λίπασμα είναι ίσως το πιο παγκοσμιοποιημένο προϊόν της γεωργίας.
Η τιμή του επηρεάζεται από το φυσικό αέριο που χρησιμοποιείται για την παραγωγή αμμωνίας, από τη διαθεσιμότητα φωσφορικών πρώτων υλών, από τις θαλάσσιες μεταφορές, από τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και από τις γεωπολιτικές ισορροπίες.Γι’ αυτό και οι πρόσφατες ανησυχίες γύρω από τις θαλάσσιες οδούς της Μέσης Ανατολής αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη προσοχή από τη βιομηχανία.Όταν αυξάνεται το κόστος μεταφοράς και ασφάλισης, η επιβάρυνση μεταφέρεται αργά αλλά σταθερά σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού. Το αποτέλεσμα είναι ότι ακόμη και αν δεν υπάρξουν ελλείψεις προϊόντων, το κόστος φτάνει αυξημένο στον τελικό χρήστη.
Η πίεση δεν είναι ίδια για όλους
Η νέα φάση της αγοράς λιπασμάτων δεν θα επηρεάσει όλες τις καλλιέργειες με τον ίδιο τρόπο.
Οι ενεργοβόρες και εντατικές καλλιέργειες, που εξαρτώνται περισσότερο από την αζωτούχο λίπανση, είναι πιθανό να δεχθούν μεγαλύτερη πίεση. Το ίδιο ισχύει για περιοχές που εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από εισαγόμενα προϊόντα.
Αντίθετα, εκμεταλλεύσεις με μεγαλύτερη οικονομική ευχέρεια ή καλύτερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση θα έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να προαγοράσουν ποσότητες και να διαχειριστούν τις διακυμάνσεις.
Το χάσμα ανάμεσα στις μεγάλες και τις μικρές εκμεταλλεύσεις ενδέχεται να διευρυνθεί ακόμη περισσότερο.
Η ιστορία δείχνει ότι σε περιόδους αυξημένης μεταβλητότητας, το πλεονέκτημα δεν βρίσκεται μόνο στην παραγωγή αλλά και στη ρευστότητα.
Το κόστος που δεν φαίνεται ακόμη
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της αγοράς λιπασμάτων είναι ότι οι διεθνείς εξελίξεις δεν μεταφέρονται άμεσα στο χωράφι. Μεγάλοι διανομείς και εμπορικές επιχειρήσεις έχουν ήδη προχωρήσει σε συμβόλαια και προμήθειες για μέρος των αναγκών τους. Αυτό σημαίνει ότι ένα τμήμα των σημερινών ανατιμήσεων δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στην αγορά. Για τον λόγο αυτό, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι οι σημαντικότερες επιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν μέσα στους επόμενους 12 έως 18 μήνες.
Η αγορά δεν φοβάται τόσο την επόμενη εβδομάδα όσο την επόμενη καλλιεργητική περίοδο.
Εκεί θα φανεί αν οι σημερινές γεωπολιτικές αναταράξεις αποτελούν μια προσωρινή αναστάτωση ή την αρχή ενός νέου κύκλου ανατιμήσεων. Η ευρωπαϊκή γεωργία έχει μάθει να λειτουργεί μέσα σε περιόδους αβεβαιότητας. Εκείνο που δυσκολεύει σήμερα την εξίσωση είναι ότι οι παραγωγοί δεν αντιμετωπίζουν μόνο αυξημένες εισροές. Αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα μια αγορά αγροτικών προϊόντων που δεν προσφέρει τις υπεραξίες προηγούμενων ετών. Όταν το κόστος ανεβαίνει και η αξία της παραγωγής μένει στάσιμη, η πίεση μεταφέρεται απευθείας στο γεωργικό εισόδημα. Και αυτή ίσως είναι η σημαντικότερη προειδοποίηση που περιέχει η έκθεση της Oxford Economics. Όχι ότι τα λιπάσματα θα γίνουν ακριβότερα.Αλλά ότι η σοδειά θα δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να τα πληρώσει.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις