Η ευρωπαϊκή αλυσίδα εφοδιασμού ζωοτροφών βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξημένους κινδύνους, καθώς η έντονη ξηρασία, οι διαταραχές στο εμπόριο μέσω της Μαύρης Θάλασσας και οι περιορισμοί που προκαλεί ο νέος ευρωπαϊκός κανονισμός για τα προϊόντα χωρίς αποψίλωση (EUDR) συγκλίνουν και δημιουργούν σημαντικές πιέσεις στην αγορά, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Παραγωγών Ζωοτροφών (FEFAC).
Στην τέταρτη επικαιροποίηση της αξιολόγησής της για τους κινδύνους διαταραχής της εφοδιαστικής αλυσίδας και τις οικονομικές επιπτώσεις του EUDR, η FEFAC εκτιμά ότι μπορεί να προκύψει έλλειμμα τουλάχιστον 5 εκατ. τόνων σογιέλευρου στην αγορά της ΕΕ για την εμπορική περίοδο 2026/27.
Το μέγεθος αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 20% των συνολικών αναγκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σογιέλευρο, ενώ η δυνατότητα αντικατάστασης με άλλα προϊόντα χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα περιορισμένη.
Σύμφωνα με τη FEFAC, το άμεσο επιπλέον κόστος για τη χρήση σόγιας που συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του EUDR μπορεί να φτάσει έως και τα 1,05 δισ. ευρώ, με βάση συνολική κατανάλωση περίπου 35 εκατ. τόνων.
Παράλληλα, επειδή οι τιμές του κραμβέλευρου και του ηλιάλευρου επηρεάζονται από τις τιμές του σογιέλευρου, η αύξηση του κόστους αναμένεται να προσθέσει επιπλέον 449 εκατ. ευρώ στις δαπάνες για εναλλακτικές πηγές πρωτεΐνης υψηλής περιεκτικότητας, ανεβάζοντας το συνολικό οικονομικό αντίκτυπο περίπου στα 1,4 δισ. ευρώ για τις ανάγκες του ευρωπαϊκού κλάδου ζωοτροφών και κτηνοτροφίας.
Η FEFAC εκτιμά ότι οι επιβαρύνσεις αυτές θα μπορούσαν να μεταφραστούν σε αύξηση του κόστους παραγωγής περίπου 40 ευρώ ανά τόνο χοιρινού κρέατος και 15 ευρώ ανά τόνο κρέατος πουλερικών, επηρεάζοντας περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής κτηνοτροφίας.
Στην αναθεωρημένη αξιολόγηση κινδύνου ανά προέλευση, η FEFAC κατατάσσει τη Βόρεια Αμερική, την Αργεντινή και την Παραγουάη στις περιοχές χαμηλού κινδύνου, με αναμενόμενη διαθεσιμότητα σογιέλευρου μεταξύ 90% και 100%.
Οι προελεύσεις από την ΕΕ, την Ουκρανία και τη Σερβία χαρακτηρίζονται χαμηλού έως μεσαίου κινδύνου, κυρίως λόγω πιθανών προβλημάτων logistics. Η Βραζιλία αξιολογείται ως περιοχή μεσαίου κινδύνου, με βελτιωμένη εικόνα αλλά συνεχιζόμενες διαφοροποιήσεις μεταξύ των νότιων περιοχών και του διαδρόμου εξαγωγών από το Cerrado και τον βορρά της χώρας.
Αντίθετα, η Δυτική Αφρική, η Ινδία και η Κίνα παραμένουν περιοχές υψηλού κινδύνου, ιδιαίτερα για τις αγορές μη γενετικά τροποποιημένης και βιολογικής σόγιας.
Ένα από τα βασικά ερωτήματα που εξετάζει η FEFAC είναι κατά πόσο η Βραζιλία μπορεί να μεταφέρει μέρος των εξαγωγών σογιέλευρου προς την ΕΕ από τον βόρειο στον νότιο διάδρομο, ώστε να καλυφθεί το πιθανό έλλειμμα. Ωστόσο, η Ομοσπονδία επισημαίνει ότι οι περιορισμένες δυνατότητες αποθήκευσης ενδέχεται να περιορίσουν αυτή την ευελιξία.
Ο πρόεδρος της FEFAC, Nicolas Coudry-Mesny, υπογράμμισε ότι η ευρωπαϊκή αγορά ζωοτροφών αντιμετωπίζει ήδη σημαντικές πιέσεις λόγω της συνδυασμένης επίδρασης της ξηρασίας και του περιορισμού βασικών θαλάσσιων διαδρομών, όπως η Μαύρη Θάλασσα.
Παράλληλα, η επικείμενη εφαρμογή του EUDR, η οποία αναμένεται να επηρεάσει τις αγορές σόγιας από τις 30 Δεκεμβρίου 2026, εντείνει την αβεβαιότητα και δημιουργεί κινδύνους για τη σταθερότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων ζωοτροφών.
Η FEFAC καλεί τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να προχωρήσουν σε άμεση απλοποίηση της εφαρμογής του EUDR για τα προϊόντα σόγιας που εμπίπτουν στον κανονισμό, καθώς και σε αναστολή της εφαρμογής του για το φοινικοπυρηνόλευρο.
Παράλληλα, ζητά την αξιοποίηση υφιστάμενων και μελλοντικών εμπορικών συμφωνιών της ΕΕ, όπως οι συμφωνίες με MERCOSUR, CETA, DCFTA Ουκρανίας και ΗΠΑ, ώστε να διασφαλιστούν οι μηδενικοί δασμοί στις εισαγωγές σογιέλευρου και να διευκολυνθεί η αμοιβαία αναγνώριση συστημάτων πιστοποίησης συμμόρφωσης με τον EUDR.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις