Οι αγροτικές πληρωμές στην Ελλάδα εξακολουθούν να κινούν ποσά δισεκατομμυρίων, όμως η νέα δημοσιονομική έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα. Το 2025 η χώρα είδε τη δαπάνη του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων να περιορίζεται στα 1,828 δισ. ευρώ, ενώ από τα 795,25 εκατ. ευρώ της αγροτικής ανάπτυξης μόλις το ένα τέταρτο συνδεόταν με τη νέα ΚΑΠ 2023–2027.
Για τον αγρότη αυτό δεν είναι ένας λογιστικός καβγάς των Βρυξελλών. Δείχνει αν το χρήμα φτάνει εγκαίρως στην παραγωγή, αν χρηματοδοτεί επενδύσεις και νέες εκμεταλλεύσεις ή αν το σύστημα εξακολουθεί να κλείνει παλιούς λογαριασμούς. Και η εικόνα που σχηματίζεται είναι δύσκολη. Η Ελλάδα πληρώνει ακόμη σε μεγάλο βαθμό το χθες, την ώρα που το αύριο της ΚΑΠ κινείται αργά.
Η έκθεση της Επιτροπής για το οικονομικό έτος 2025 δεν καταγράφει απλώς πόσα χρήματα μπήκαν στη χώρα. Αποτυπώνει τη δομή πίσω από αυτά. Στο ΕΓΤΕ, δηλαδή στο ταμείο από το οποίο προέρχεται ο κύριος όγκος των άμεσων ενισχύσεων και των παρεμβάσεων αγοράς, η ελληνική δαπάνη υποχώρησε από τα 2,039 δισ. ευρώ το 2019 στα 1,828 δισ. ευρώ το 2025. Πρόκειται για ονομαστική μείωση 10,3%. Σε σχέση με το 2021, όταν είχε φτάσει στα 2,233 δισ. ευρώ, η πτώση αγγίζει το 18,1%.
| Ροή χρηματοδότησης | Ποσό | Τι δείχνει |
|---|---|---|
| ΕΓΤΕ 2025 | 1.828,3 εκατ. € | 4,5% της δαπάνης ΕΓΤΕ στην ΕΕ |
| Αγροτική ανάπτυξη, σύνολο | 795,25 εκατ. € | 100% της ελληνικής ροής ΕΓΤΑΑ |
| Παλαιό ΠΑΑ 2014–2022 | 485,38 εκατ. € | 61,0% της ελληνικής ροής ΕΓΤΑΑ |
| Νέα ΚΑΠ 2023–2027 | 195,38 εκατ. € | 24,6% της ελληνικής ροής ΕΓΤΑΑ |
| EURI 2021–2022 | 114,49 εκατ. € | 14,4% της ελληνικής ροής ΕΓΤΑΑ |
Η κάμψη δεν εξηγείται μόνο από μια γενική ευρωπαϊκή συρρίκνωση. Μεταξύ 2024 και 2025 η συνολική δαπάνη του ΕΓΤΕ στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκε οριακά, από 40,81 σε 40,88 δισ. ευρώ, ενώ η ελληνική μειώθηκε κατά 5,1%. Το ελληνικό μερίδιο έπεσε από 5% σε 4,5%. Αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του απώλεια δικαιούμενων πόρων. Δείχνει, όμως, ότι η Ελλάδα απορροφά μικρότερο τμήμα μιας σχεδόν σταθερής ευρωπαϊκής πίτας.
| Έτος | Δαπάνη | Μερίδιο ΕΕ | Οπτική ένδειξη |
|---|---|---|---|
| 2019 | 2.038,7 εκατ. € | 4,6% | |
| 2020 | 2.042,1 εκατ. € | 4,6% | |
| 2021 | 2.232,6 εκατ. € | 5,5% | |
| 2022 | 2.015,7 εκατ. € | 4,9% | |
| 2023 | 2.044,3 εκατ. € | 5,0% | |
| 2024 | 1.926,6 εκατ. € | 5,0% | |
| 2025 | 1.828,3 εκατ. € | 4,5% |
Το πιο ανησυχητικό μήνυμα βρίσκεται, ωστόσο, στον δεύτερο πυλώνα. Από τα 795,25 εκατ. ευρώ που καταγράφονται για την Ελλάδα, τα 485,38 εκατ. ευρώ αφορούν το Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης 2014–2022 και άλλα 114,49 εκατ. ευρώ το ευρωπαϊκό μέσο ανάκαμψης EURI. Η νέα περίοδος 2023–2027 αντιστοιχεί σε 195,38 εκατ. ευρώ. Με άλλα λόγια, περίπου τρία στα τέσσερα ευρώ της συγκεκριμένης ροής προέρχονταν από παλαιότερους ή μεταβατικούς φακέλους.
Αυτό εξηγεί γιατί τόσα έργα, από τη μεταποίηση έως τους νέους αγρότες, εμφανίζονται σήμερα ως «γέφυρες» ανάμεσα σε δύο προγραμματικές περιόδους. Το Agrocapital έχει ήδη καταγράψει τις 115 επενδύσεις μεταποίησης που μεταφέρθηκαν στη νέα ΚΑΠ, αλλά και την παράταση πληρωμών για συνεχιζόμενα έργα της Δράσης 4.2.1 έως τον Ιούνιο του 2027. Η μετάβαση είναι αναγκαία για να μη μείνουν επενδύσεις χωρίς χρηματοδότηση. Όταν όμως γίνεται ο κανόνας, απορροφά διοικητική ενέργεια από τις νέες παρεμβάσεις.
Η σύγκριση χρειάζεται προσοχή. Η Επιτροπή καταγράφει για την Ελλάδα κατανομή υποχρεώσεων 746,12 εκατ. ευρώ για το ΕΓΤΑΑ το 2025, αλλά πραγματικές πληρωμές 195,38 εκατ. ευρώ από τη νέα περίοδο. Τα δύο μεγέθη δεν αποτελούν επίσημο ποσοστό απορρόφησης, επειδή το ένα είναι ετήσια δέσμευση και το άλλο περιλαμβάνει πληρωμές και προχρηματοδότηση που ακολουθούν διαφορετικό χρονισμό. Ως ένδειξη ταχύτητας, όμως, η σχέση τους είναι αποκαλυπτική. Αντιστοιχεί σε περίπου 26,2% για την Ελλάδα, έναντι 60,4% στο σύνολο της ΕΕ.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η χρονική κατανομή. Στον πίνακα της νέας ΚΑΠ για την αγροτική ανάπτυξη, η Ελλάδα εμφανίζει 36,36 εκατ. ευρώ προχρηματοδότηση και 159,02 εκατ. ευρώ στο τέταρτο τρίμηνο του 2024, αλλά μηδενικά ποσά στα δύο επόμενα τρίμηνα και καμία καταχώριση στο τρίτο. Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι δεν έγινε καμία πληρωμή σε δικαιούχο στην Ελλάδα. Σημαίνει ότι στην οικονομική ροή που αποτυπώνει η Επιτροπή δεν εμφανίστηκε αντίστοιχη συνέχεια δηλωμένων και επιστραφέντων δαπανών της νέας περιόδου.
Η Ευρώπη των δύο ταχυτήτων στις αγροτικές δαπάνες
Ποιες χώρες προχωρούν ταχύτερα και ποιες μένουν πίσω στην αξιοποίηση των πόρων της περιόδου 2023–2027, με βάση τις δηλωθείσες δαπάνες έως το γ΄ τρίμηνο του 2025.
.
| Παρέμβαση | Σχέδιο | Δαπάνες 2025 | Σωρευτική πρόοδος |
|---|---|---|---|
| Φυσικοί περιορισμοί ανά περιοχή | 10.261,9 εκατ. € | 1.988,1 εκατ. € | 35,1% |
| Περιβαλλοντικές και κλιματικές δεσμεύσεις | 21.162,9 εκατ. € | 3.183,9 εκατ. € | 26,5% |
| Εργαλεία διαχείρισης κινδύνου | 2.914,1 εκατ. € | 358,2 εκατ. € | 24,6% |
| Νέοι γεωργοί και εκκίνηση επιχειρήσεων | 3.424,8 εκατ. € | 369,3 εκατ. € | 15,6% |
| Ανταλλαγή γνώσεων και πληροφόρηση | 1.136,1 εκατ. € | 77,2 εκατ. € | 8,7% |
| Συνεργασία | 6.942,6 εκατ. € | 361,8 εκατ. € | 6,3% |
| Επενδύσεις και άρδευση | 17.619,7 εκατ. € | 677,4 εκατ. € | 4,6% |
Η καθυστέρηση δεν είναι αποκλειστικά ελληνική. Σε επίπεδο ΕΕ, έως το τρίτο τρίμηνο του 2025 είχε δηλωθεί μόλις το 18,6% του συνολικού οικονομικού σχεδίου 2023–2027 για την αγροτική ανάπτυξη. Εκεί όμως φαίνεται και η κατεύθυνση της πολιτικής. Οι ενισχύσεις που συνδέονται με εκτάσεις και ετήσιες δεσμεύσεις κινούνται ταχύτερα. Οι επενδύσεις, μαζί με την άρδευση, βρίσκονταν μόλις στο 4,6%. Η συνεργασία στο 6,3%, η γνώση στο 8,7% και η εγκατάσταση νέων γεωργών στο 15,6%.
Με απλά λόγια, το ευρωπαϊκό σύστημα καταφέρνει ευκολότερα να πληρώσει ό,τι επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο από ό,τι να μετασχηματίσει την παραγωγή. Για την Ελλάδα αυτή η αδυναμία είναι βαρύτερη. Η γεωργία της χρειάζεται νερό, εξοικονόμηση ενέργειας, ανανέωση μηχανημάτων, μεταποίηση, πρόσβαση σε δεδομένα και πραγματική γενεακή αλλαγή. Αν τα επενδυτικά εργαλεία καθυστερούν, η ΚΑΠ λειτουργεί ως μηχανισμός συντήρησης εισοδήματος, όχι ως σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Στην ίδια κατεύθυνση οδηγεί και το ζήτημα των ελέγχων. Η μετάβαση της αρμοδιότητας πληρωμών στην ΑΑΔΕ, την οποία το Agrocapital έχει αναλύσει στο ρεπορτάζ «ποιος πατά το κουμπί και ποιος πληρώνει το λάθος», δεν κρίνεται μόνο από την ημερομηνία μιας πίστωσης. Κρίνεται από το αν δημιουργείται αλυσίδα δεδομένων και ελέγχων που αντέχει στον ευρωπαϊκό έλεγχο χωρίς νέες ανακτήσεις και διορθώσεις.
Η ίδια έκθεση καταγράφει την ελληνική προσφυγή T-211/22 για καθαρό αμφισβητούμενο ποσό 43,16 εκατ. ευρώ. Το σχετικό παράρτημα διατηρεί την παλαιά ένδειξη ότι δεν είχε εκδοθεί απόφαση το 2024. Στο μεταξύ, όμως, το Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ απέρριψε στις 19 Μαρτίου 2025 την προσφυγή της Ελλάδας για τη δημοσιονομική διόρθωση 10% που αφορούσε την πολλαπλή συμμόρφωση των ετών αιτήσεων 2016 και 2017. Η υπόθεση θυμίζει ότι οι αδυναμίες ελέγχου δεν τελειώνουν όταν πληρωθεί μια ενίσχυση. Μπορούν να επιστρέψουν χρόνια αργότερα στον εθνικό λογαριασμό.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο αν «θα γίνουν οι πληρωμές». Το χρονοδιάγραμμα των αγροτικών ενισχύσεων είναι αναγκαίο για τη ρευστότητα της εκμετάλλευσης, αλλά δεν απαντά στο μεγαλύτερο ερώτημα. Πόσο από το χρήμα πηγαίνει σε νέες επενδύσεις, πόσο κλείνει παλιές υποχρεώσεις και πόσο κινδυνεύει να επιστραφεί εξαιτίας ελλιπών ελέγχων;
Η Ελλάδα οδεύει προς ένα πιο αυστηρό και περισσότερο δεδομενοκεντρικό σύστημα. Αυτό μπορεί να γίνει ευκαιρία μόνο αν συνοδευτεί από δημόσιο πίνακα πληρωμών ανά ταμείο, προγραμματική περίοδο και παρέμβαση, με σαφή διάκριση ανάμεσα σε προκαταβολές, παλιές δεσμεύσεις και νέα έργα. Διαφορετικά, μεγάλοι αριθμοί θα συνεχίσουν να ανακοινώνονται χωρίς να φαίνεται εάν η χώρα χρηματοδοτεί την επόμενη ημέρα ή απλώς τακτοποιεί την προηγούμενη.
Η πραγματική αποτίμηση δεν γίνεται πλέον στο ύψος των κονδυλίων που διακινήθηκαν, αλλά στο αποτέλεσμα που άφησαν πίσω τους και αν τα χρήματα έφτασαν στον σωστό παραγωγό, στον σωστό χρόνο και αν τελικά ενίσχυσαν την παραγωγή. Και σε αυτά τα τρία πεδία, τα στοιχεία της Επιτροπής δείχνουν ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει σημαντική απόσταση να καλύψει
Πρωτογενείς πηγές: Ευρωπαϊκή Επιτροπή