Γιατί η επόμενη σπορά  πρέπει είναι πολιτική προτεραιότητα

Του Γ. Μπακόλα

Η επισιτιστική ασφάλεια της Ευρώπης περνά και από τη δυνατότητα του αγρότη να χρηματοδοτήσει την επόμενη σοδειά. Το φθινόπωρο του 2026, με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή να διαταράσσει τον εφοδιασμό σε ενέργεια και λιπάσματα, η ακρίβεια τροφίμων αποκτά μια διάσταση που συχνά χάνεται στη συζήτηση για τις τιμές. Πριν φτάσει ένα προϊόν στο ράφι, κάποιος πρέπει να μπορεί να πληρώσει για να το παράγει.

Ο παραγωγός πληρώνει σήμερα και προσδοκά να εισπράξει μήνες αργότερα. Αν αδυνατεί να αγοράσει σπόρο, λίπασμα και καύσιμα, μπορεί να περιορίσει την καλλιέργεια ή να αφήσει μέρος της γης ακαλλιέργητο. Όταν τέτοιες αποφάσεις αποκτούν έκταση, η πίεση περνά στην προσφορά τροφίμων και αυξάνει τον κίνδυνο ανατιμήσεων. Η οικονομική αντοχή του αγρότη αφορά και το πορτοφόλι του καταναλωτή.

Η έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας της 11ης Σεπτεμβρίου αποτυπώνει πόσο στενά συνδέονται τα πολεμικά μέτωπα με το κόστος παραγωγής. Τον Αύγουστο, οι καθαρές εξαγωγές πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης από τον Κόλπο και τη Ρωσία ήταν συνολικά 1,6 εκατ. βαρέλια ημερησίως χαμηλότερες από τον Φεβρουάριο. Οι περιορισμοί στο Ορμούζ και οι διαταραχές στα ρωσικά διυλιστήρια επιβαρύνουν την ίδια διεθνή αγορά από την οποία εξαρτώνται τα αγροτικά μηχανήματα και οι μεταφορές.

Στις 24 Σεπτεμβρίου, ο FAO υπενθύμισε ότι από το Στενό του Ορμούζ διέρχεται, υπό κανονικές συνθήκες, το 20%–30% του διεθνώς εμπορευόμενου όγκου λιπασμάτων. Ανάμεσα στις προτεραιότητες που έθεσε ήταν η διασφάλιση της βιωσιμότητας των εκμεταλλεύσεων, ώστε να μη χαθούν οι κατάλληλες περίοδοι σποράς. Πρόκειται για προειδοποίηση με συγκεκριμένο αγρονομικό περιεχόμενο. Μια καθυστερημένη προμήθεια μπορεί να κοστίσει περισσότερο από την ίδια την ανατίμηση.

Η ενεργειακή εξάρτηση της γεωργίας διατρέχει ολόκληρη την παραγωγική διαδικασία. Το πετρέλαιο κινεί μηχανήματα και φορτηγά. Το φυσικό αέριο αποτελεί βασική πρώτη ύλη για τα αζωτούχα λιπάσματα. Η ηλεκτρική ενέργεια στηρίζει άρδευση, ψύξη και μεταποίηση. Γι’ αυτό η απόσταση ανάμεσα στην αξία της σοδειάς και στο κόστος των λιπασμάτων έχει τόσο μεγάλη σημασία για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο.

Η Ευρώπη παραμένει εκτεθειμένη σε αυτή την αλυσίδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που δημοσιεύθηκαν τον Απρίλιο του 2026, το 57% των ενεργειακών αναγκών της ΕΕ καλύφθηκε από εισαγωγές το 2024. Παρά την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών, σημαντικό μέρος του κόστους της ευρωπαϊκής παραγωγής εξακολουθεί να επηρεάζεται από εξελίξεις πέρα από τα σύνορά της.

Η ανάλυση κινδύνων της Παγκόσμιας Τράπεζας, στις 16 Ιουνίου 2026, περιγράφει τον μηχανισμό. Αν οι υψηλές τιμές ενέργειας και λιπασμάτων επιμείνουν, οι παραγωγοί μπορεί να περιορίσουν τη λίπανση ή να στραφούν σε καλλιέργειες με μικρότερες απαιτήσεις. Η ανεπαρκής θρέψη μπορεί να μειώσει τις αποδόσεις, να περιορίσει την προσφορά και να ενισχύσει τις ανοδικές πιέσεις στις τιμές. Οι κίνδυνοι μεγαλώνουν όταν συμπίπτουν με ξηρασία ή περιορισμούς στις εξαγωγές. 

Η επίπτωση στον καταναλωτή μπορεί να εμφανιστεί αργότερα. Στην ανάλυση που παρουσίασε στις 13 Μαΐου 2026, το μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, εξήγησε ότι οι αυξήσεις στο ενεργειακό και μεταφορικό κόστος μεταδίδονται σταδιακά κατά μήκος της αλυσίδας παραγωγής. Τα τρόφιμα αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η σημερινή πίεση στο κόστος μπορεί να τροφοδοτήσει αυριανές ανατιμήσεις, ακόμη και αφού υποχωρήσει από τα πρωτοσέλιδα η αρχική ενεργειακή αναστάτωση. 

Η ένταση αυτής της μετάδοσης εξαρτάται από τα αποθέματα, τις εισαγωγές, τη ζήτηση, τα συμβόλαια και τον ανταγωνισμό. Η μείωση μιας καλλιέργειας σε μία χώρα μπορεί να καλυφθεί από παραγωγή αλλού. Όταν όμως το ακριβό καύσιμο και το ακριβό λίπασμα πιέζουν ταυτόχρονα πολλούς προμηθευτές, περιορίζεται και η δυνατότητα φθηνότερης υποκατάστασης. Αυτό είναι το ουσιαστικό συμπέρασμα των αναλύσεων, ο κίνδυνος γίνεται μεγαλύτερος όταν τα προβλήματα συμπίπτουν.

Μπορούν, επομένως, να συνυπάρχουν χαμηλές αμοιβές για τον παραγωγό και ακριβά τρόφιμα για τον καταναλωτή. Ανάμεσά τους μεσολαβούν δαπάνες μεταποίησης, αποθήκευσης και διανομής, αλλά και εμπορικά περιθώρια που χρειάζονται έλεγχο. Η διαφάνεια στην αγορά και η οικονομική βιωσιμότητα της παραγωγής πρέπει να αποτελούν κοινή πολιτική επιδίωξη.

Το χρηματοδοτικό πρόβλημα προϋπήρχε του σημερινού πολέμου. Οι έρευνες του fi-compass, κοινής πρωτοβουλίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, υπολόγισαν την ακάλυπτη ζήτηση τραπεζικής χρηματοδότησης των αγροτών σε 62 δισ. ευρώ για το 2022. Η χρονολογία έχει σημασία και το στοιχείο καταγράφει μια προϋπάρχουσα αδυναμία, πάνω στην οποία προστίθενται οι νέες πιέσεις. Στην ελληνική συζήτηση για τα αγροτικά δάνεια και το κόστος χρηματοδότησης, αυτή η απόσταση ανάμεσα στην πληρωμή των εξόδων και στην είσπραξη της παραγωγής βρίσκεται στον πυρήνα του προβλήματος. 

Η απάντηση πρέπει να φτάνει στον παραγωγό πριν χαθεί η καλλιεργητική περίοδος. Έγκαιρες ενισχύσεις, προσιτό κεφάλαιο κίνησης και στοχευμένη στήριξη του ενεργειακού κόστους μπορούν να προστατεύσουν τη συνέχεια της παραγωγής. Οι εγγυήσεις δανείων οφείλουν να φτάνουν και σε βιώσιμες εκμεταλλεύσεις με περιορισμένες εξασφαλίσεις, με όρους που λαμβάνουν υπόψη τον χρόνο της συγκομιδής.

Παράλληλα, χρειάζονται επενδύσεις που μειώνουν μόνιμα την έκθεση στις ανατιμήσεις. Αποδοτικότερη άρδευση, εξοικονόμηση ενέργειας, αυτοπαραγωγή με πρόσβαση στο δίκτυο και ορθολογική λίπανση βάσει των αναγκών του εδάφους. Για να προχωρήσουν, πρέπει να είναι χρηματοδοτικά προσιτές και στις μικρότερες εκμεταλλεύσεις.

Με αυτό το κριτήριο πρέπει να αξιολογηθεί και η χρηματοδότηση της νέας ΚΑΠ. Η επάρκεια της στήριξης κρίνεται στην πραγματική αγοραστική της δύναμη και στον χρόνο που φτάνει στον δικαιούχο. Εκεί θα δοκιμαστούν η ΚΑΠ, οι εθνικές κυβερνήσεις και οι πολιτικές όλων. Στη δυνατότητα να συνεχίσει ο αγρότης να παράγει, με εισόδημα που δικαιολογεί τον κόπο και τον κίνδυνο.

Η υποχώρηση της παραγωγής μπορεί να αρχίσει πολύ πριν φανεί στις ποσότητες των τροφίμων. Σε μια επένδυση που αναβάλλεται, σε λιγότερα στρέμματα που σπέρνονται, σε έναν παραγωγό που αποφασίζει ότι δεν αντέχει άλλη χρονιά. Αυτό που για κάθε εκμετάλλευση αποτελεί απόφαση οικονομικής επιβίωσης, όταν επαναλαμβάνεται σε μεγάλη κλίμακα, γίνεται πρόβλημα συλλογικής ασφάλειας. Και η παραγωγική ικανότητα που χάνεται χρειάζεται χρόνο, κεφάλαια και ανθρώπους για να ανακτηθεί.

Εκεί βρίσκεται η ευθύνη της ευρωπαϊκής πολιτικής και όχι μόνο. Να διατηρήσει τη δυνατότητα παραγωγής όσο υπάρχει ακόμη περιθώριο επιλογής. Μια κοινωνία που θεωρεί δεδομένη την επόμενη σοδειά οφείλει να εξασφαλίζει ότι εκείνος που θα τη σπείρει έχει λόγο και δυνατότητα να το κάνει. Διαφορετικά, η εξοικονόμηση στη στήριξη της γεωργίας μπορεί να αποδειχθεί πρόσκαιρη, ενώ το κόστος της απώλειάς της θα βαρύνει πολύ περισσότερους από όσους ζουν από τη γη.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις