Κάποτε το μεγάλο ερώτημα ακουγόταν πάνω στη σκηνή: «να ζει κανείς ή να μη ζει;». Στο χωράφι, λίγο πριν από τη νέα σπορά, το ερώτημα είναι λιγότερο ποιητικό και πολύ ακριβότερο: να καλλιεργήσω ή να μην καλλιεργήσω; Και, αν τελικά σπείρω, πόσα κιλά πρέπει να δώσει το χωράφι ώστε, όταν κλείσει ο λογαριασμός, να έχει μείνει κάτι και για εκείνον που ανέλαβε το κόστος και το ρίσκο;
Στο ξηρικό σκληρό σιτάρι, η απάντηση που δίνουν οι αριθμοί είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Τεχνικοοικονομικός υπολογισμός για εκμετάλλευση 200 στρεμμάτων δείχνει ότι, με παραγωγή 370 κιλών ανά στρέμμα, τιμή πώλησης 0,21 ευρώ το κιλό και συνδεδεμένη ενίσχυση 9 ευρώ ανά στρέμμα, το γεωργικό οικογενειακό εισόδημα είναι αρνητικό κατά 22,60 ευρώ το στρέμμα. Για να μείνουν μόλις 15 ευρώ ανά στρέμμα, η παραγωγή πρέπει να πλησιάσει τα 550 κιλά.
Δημοσιογραφική επεξεργασία και ανάλυση: Γ. Μπακόλας – Agrocapital
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο αυτής της εξίσωσης. Δεν εξετάζεται το σημείο στο οποίο η καλλιέργεια γίνεται ιδιαίτερα κερδοφόρα. Εξετάζεται πόσο πρέπει να παράγει ένα ξηρικό χωράφι ώστε, αφού πληρωθούν οι πραγματικές δαπάνες της παραγωγής, να απομείνουν στον παραγωγό 15 ευρώ το στρέμμα.
Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε από το Agrocapital σε συνεργασία με τον καθηγητή Κωνσταντίνο Τσιμπούκα, του Εργαστηρίου Διοίκησης Γεωργικών Επιχειρήσεων και Εκμεταλλεύσεων του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Πρόκειται για αναλυτικό τεχνικοοικονομικό υπόδειγμα που δεν περιορίζεται στην τιμή του σπόρου, του λιπάσματος ή του πετρελαίου. Καταγράφει τους συντελεστές παραγωγής, τη χρήση και το κόστος των μηχανημάτων, τις αποσβέσεις, το κεφάλαιο, την ασφάλιση, τη γη, την εργασία και τις εμφανείς και μη εμφανείς δαπάνες της γεωργικής εκμετάλλευσης.
Το βασικό σενάριο αφορά 200 ιδιόκτητα στρέμματα ξηρικού σκληρού σιταριού.
Με απόδοση 370 κιλά το στρέμμα, η συνολική παραγωγή φθάνει τα 74.000 κιλά. Στα 21 λεπτά το κιλό, η αξία του προϊόντος ανέρχεται σε 15.540 ευρώ. Προσθέτοντας τη συνδεδεμένη ενίσχυση των 9 ευρώ ανά στρέμμα, δηλαδή άλλα 1.800 ευρώ, η συνολική ακαθάριστη πρόσοδος διαμορφώνεται στα 17.340 ευρώ.
| Μεταβλητή | Τιμή |
|---|---|
| Έκταση | 200 στρέμματα |
| Απόδοση | 370 κιλά/στρέμμα |
| Συνολική παραγωγή | 74.000 κιλά |
| Τιμή παραγωγού | 0,21 €/κιλό |
| Συνδεδεμένη ενίσχυση | 9 €/στρέμμα |
| Ακαθάριστη πρόσοδος | 17.340 € |
Η υπόθεση των 9 ευρώ για τη συνδεδεμένη βρίσκεται πολύ κοντά στο πραγματικό επίπεδο της τελευταίας πληρωμής. Για το έτος ενίσχυσης 2025, το ΥΠΑΑΤ καθόρισε τη συνδεδεμένη ενίσχυση του σκληρού σιταριού στα 89,43 ευρώ ανά εκτάριο, δηλαδή 8,943 ευρώ ανά στρέμμα.
Η βασική ενίσχυση δεν συνυπολογίζεται στο συγκεκριμένο υπόδειγμα, καθώς δεν αντιμετωπίζεται ως έσοδο το οποίο δημιουργείται ειδικά από τη συγκεκριμένη καλλιέργεια.
Απέναντι στα 17.340 ευρώ της ακαθάριστης προσόδου βρίσκονται 28.598,74 ευρώ συνολικών παραγωγικών δαπανών, δηλαδή σχεδόν 143 ευρώ το στρέμμα.
Σε επίπεδο παραγόμενου προϊόντος, το πλήρες κόστος φθάνει τα 38,65 λεπτά ανά κιλό, έναντι τιμής πώλησης 21 λεπτών.
Στο κόστος περιλαμβάνονται πιστοποιημένος και κοινός σπόρος, βασική και αζωτούχος λίπανση, ζιζανιοκτονία, καύσιμα, λιπαντικά, θεριζοαλωνισμός, ΕΛΓΑ, συντήρηση και ασφάλιση μηχανημάτων, αποσβέσεις και κόστος κεφαλαίου.
Για το πετρέλαιο έχει ήδη αφαιρεθεί επιστροφή ΕΦΚ 0,41 ευρώ ανά λίτρο. Αυτό σημαίνει ότι το αποτέλεσμα δεν προκύπτει επειδή το υπόδειγμα αγνοεί το μέτρο ελάφρυνσης του κόστους καυσίμου.
Σε αυτό το σημείο χρειάζεται μια σημαντική διάκριση της τεχνικοοικονομικής μεθοδολογίας. Άλλο είναι το πλήρες οικονομικό αποτέλεσμα και άλλο το γεωργικό οικογενειακό εισόδημα, δηλαδή εκείνο που απομένει όταν από την ακαθάριστη πρόσοδο αφαιρεθούν οι εμφανείς παραγωγικές δαπάνες.
Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, οι εμφανείς δαπάνες ανέρχονται σε 21.859,83 ευρώ. Η διαφορά από την ακαθάριστη πρόσοδο των 17.340 ευρώ οδηγεί σε γεωργικό οικογενειακό εισόδημα -4.519,83 ευρώ, ή -22,60 ευρώ ανά στρέμμα.
| Οικονομικό μέγεθος | Σύνολο | Ανά στρέμμα |
|---|---|---|
| Ακαθάριστη πρόσοδος | 17.340 € | 86,70 € |
| Συνολικές παραγωγικές δαπάνες | 28.598,74 € | 142,99 € |
| Καθαρό οικονομικό αποτέλεσμα | -11.258,74 € | -56,29 € |
| Γεωργικό οικογενειακό εισόδημα | -4.519,83 € | -22,60 € |
Από εδώ και πέρα ο λογαριασμός γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρων.
Με τιμή 21 λεπτά το κιλό και συνδεδεμένη ενίσχυση 9 ευρώ, η παραγωγή πρέπει να φθάσει περίπου στα 478 κιλά το στρέμμα μόνο και μόνο για να μηδενιστεί το γεωργικό οικογενειακό εισόδημα.
Για να απομείνουν 15 ευρώ ανά στρέμμα, το όριο μετακινείται περίπου στα 549 κιλά, δηλαδή πρακτικά στα 550 κιλά ανά στρέμμα.
Στα 600 κιλά το στρέμμα, το οικογενειακό εισόδημα ανεβαίνει περίπου στα 25,70 ευρώ ανά στρέμμα. Ακόμη και σε αυτή την απόδοση, όμως, το πλήρες οικονομικό αποτέλεσμα παραμένει ελαφρά αρνητικό.
Για να καλυφθεί ολόκληρο το οικονομικό κόστος της καλλιέργειας, η απόδοση θα πρέπει να πλησιάσει τα 638 κιλά ανά στρέμμα.
| Απόδοση | Οικονομική εικόνα |
|---|---|
| 370 κιλά/στρ. | -22,60 €/στρ. οικογενειακό εισόδημα |
| 478 κιλά/στρ. | Μηδενισμός οικογενειακού εισοδήματος |
| 550 κιλά/στρ. | Περίπου +15 €/στρέμμα |
| 600 κιλά/στρ. | Περίπου +25,70 €/στρέμμα |
| 638 κιλά/στρ. | Μηδενισμός πλήρους οικονομικού αποτελέσματος |
Η σύγκριση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αν τοποθετηθεί δίπλα στις πραγματικές αποδόσεις της ελληνικής γεωργίας. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα ετήσια στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που χρησιμοποιούνται στην ανάλυση, το 2024 παρήχθησαν περίπου 1,0217 εκατ. τόνοι σκληρού σιταριού σε 3,2684 εκατ. στρέμματα.
Η σχέση των δύο μεγεθών αντιστοιχεί σε μέση απόδοση περίπου 313 κιλών ανά στρέμμα σε εθνικό επίπεδο.
Το υπόδειγμα των 370 κιλών, συνεπώς, δεν στηρίζεται σε μια ιδιαίτερα χαμηλή απόδοση. Αντίθετα, βρίσκεται ήδη αισθητά πάνω από τον συγκεκριμένο εθνικό μέσο όρο.
Και εδώ βρίσκεται η πραγματική δυσκολία του ξηρικού σκληρού σιταριού. Για ένα ξηρικό χωράφι, η μετάβαση από τα 370 στα 550 ή ακόμη περισσότερο στα 638 κιλά δεν αποτελεί απλώς ζήτημα καλύτερης διαχείρισης.
Μεγάλο μέρος της παραγωγής εξαρτάται από τη βροχόπτωση, το έδαφος, τις θερμοκρασίες και κυρίως από τη χρονική κατανομή της διαθέσιμης υγρασίας μέσα στην καλλιεργητική περίοδο. Ο παραγωγός μπορεί να επιλέξει σπόρο, λίπανση, χρόνο σποράς και καλλιεργητικές επεμβάσεις. Δεν μπορεί όμως να παραγγείλει τις βροχές που απαιτούνται για μια απόδοση 550 ή 600 κιλών.
Η τιμή των 21 λεπτών, από την άλλη πλευρά, δεν αποτελεί σήμερα μια ακραία απαισιόδοξη υπόθεση. Το Agrocapital είχε καταγράψει αυτό το επίπεδο τιμής ήδη στο ξεκίνημα των αλωνιών του 2026.
Στη συνέχεια της εμπορικής περιόδου καταγράφηκαν ακόμη χαμηλότερα επίπεδα, με πράξεις στην περιοχή των 18 έως 20 λεπτών το κιλό.
Με τιμή 20 λεπτών και την ίδια απόδοση των 370 κιλών, το οικογενειακό εισόδημα του υποδείγματος υποχωρεί περίπου στα -26,30 ευρώ το στρέμμα. Στα 18 λεπτά, η απώλεια διευρύνεται κοντά στα -33,70 ευρώ ανά στρέμμα.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη παράμετρος. Το ίδιο προϊόν μπορεί να έχει εντελώς διαφορετικό οικονομικό αποτέλεσμα από εκμετάλλευση σε εκμετάλλευση.
Το δεύτερο υπόδειγμα που εξετάστηκε από τον Κωνσταντίνο Τσιμπούκα διατηρεί τα 200 στρέμματα, την απόδοση των 370 κιλών και την τιμή των 21 λεπτών.
Αυτή τη φορά, όμως, τα 150 στρέμματα είναι ιδιόκτητα και τα 50 ενοικιαζόμενα, ενώ αυξάνεται σημαντικά η χρήση υπηρεσιών τρίτων και ενοικιαζόμενων μηχανημάτων.
Το αποτέλεσμα αλλάζει δραματικά.
| Μέγεθος | Αποτέλεσμα |
|---|---|
| Συνολική έκταση | 200 στρέμματα |
| Ιδιόκτητα | 150 στρέμματα |
| Ενοικιαζόμενα | 50 στρέμματα |
| Απόδοση | 370 κιλά/στρέμμα |
| Συνολικές παραγωγικές δαπάνες | 32.840,46 € |
| Κόστος παραγωγής | 44,38 λεπτά/κιλό |
| Γεωργικό οικογενειακό εισόδημα | -58,65 €/στρέμμα |
Οι συνολικές παραγωγικές δαπάνες ανεβαίνουν στα 32.840,46 ευρώ, το κόστος παραγωγής στα 44,38 λεπτά ανά κιλό και οι εμφανείς δαπάνες στα 29.070 ευρώ.
Με την ακαθάριστη πρόσοδο να παραμένει στα 17.340 ευρώ, το γεωργικό οικογενειακό εισόδημα υποχωρεί στα -11.730 ευρώ, δηλαδή -58,65 ευρώ ανά στρέμμα.
Αυτή ακριβώς είναι και η αξία της τεχνικοοικονομικής προσέγγισης. Δεν υπάρχει ένα ενιαίο «κόστος σκληρού σιταριού» που μπορεί να εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο σε κάθε παραγωγό.
Η ιδιοκτησία ή η ενοικίαση της γης, το υπάρχον μηχανολογικό κεφάλαιο, η προσφυγή σε εργολάβους, οι τιμές των εισροών, οι χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις και κυρίως η πραγματική απόδοση του χωραφιού μπορούν να μετακινήσουν το αποτέλεσμα κατά δεκάδες ευρώ ανά στρέμμα.
Το ερώτημα γίνεται ακόμη σημαντικότερο αν εξεταστεί το μέγεθος της ξηρικής γεωργίας στην Ελλάδα.
Η ΕΛΣΤΑΤ δεν δημοσιεύει ξεχωριστή κατηγορία με την ονομασία «ξηρικές καλλιέργειες», αλλά δημοσιεύει στοιχεία για τις καλλιεργούμενες και τις αρδευθείσες εκτάσεις.
Με βάση τα στοιχεία του 2024, οι αροτραίες καλλιέργειες, μαζί με τις δευτερεύουσες και διαδοχικές, ανήλθαν περίπου στα 16 εκατ. στρέμματα, ενώ οι αρδευθείσες αροτραίες εκτάσεις ήταν περίπου 6,873 εκατ. στρέμματα.
Η διαφορά τοποθετεί τις μη αρδευθείσες αροτραίες καλλιέργειες στην περιοχή των 9,1 εκατ. στρεμμάτων. Πρόκειται για υπολογιστική προσέγγιση και όχι για ξεχωριστό επίσημο στατιστικό μέγεθος «ξηρικής γεωργίας».
Σε αυτό το κομμάτι της ελληνικής γεωργίας βρίσκεται μεγάλο μέρος των χειμερινών σιτηρών. Και εκεί η απόδοση εξαρτάται πολύ περισσότερο από τη βροχόπτωση, το έδαφος και τη χρονική κατανομή της υγρασίας, αφήνοντας στον παραγωγό περιορισμένο περιθώριο να «κυνηγήσει» κάθε χρόνο τα 500 ή 600 κιλά.
Κάπου εδώ το αρχικό ερώτημα επιστρέφει.
Για χρόνια η απάντηση δινόταν σχεδόν αυτόματα. Το χωράφι υπήρχε, το σιτάρι βρισκόταν μέσα στην αμειψισπορά, ο παραγωγός είχε τα μηχανήματα και η σπορά ερχόταν ως φυσική συνέχεια της προηγούμενης χρονιάς.
Σήμερα αυτό δεν αρκεί.
Η τεχνικοοικονομική ανάλυση του Κωνσταντίνου Τσιμπούκα δείχνει ότι πριν μπει ο σπόρος στο χωράφι πρέπει να προηγείται ένας διαφορετικός υπολογισμός, πόσο κοστίζει πραγματικά το στρέμμα, ποια απόδοση μπορεί ρεαλιστικά να δώσει το συγκεκριμένο χωράφι και σε ποια τιμή πρέπει να πουληθεί το προϊόν ώστε να αμειφθεί τελικά ο παραγωγός.
Αυτό είναι ίσως και το σημαντικότερο συμπέρασμα των δύο υποδειγμάτων. Η συζήτηση για το κόστος μιας καλλιέργειας δεν μπορεί πλέον να εξαντλείται στο αν το λίπασμα ανέβηκε δύο ευρώ, αν το πετρέλαιο μειώθηκε μερικά λεπτά ή αν ο σπόρος αγοράστηκε φθηνότερα.
Ο πραγματικός λογαριασμός κλείνει μόνο όταν απέναντι σε όλες τις δαπάνες τοποθετηθούν η τελική απόδοση και η πραγματική τιμή πώλησης.
Και όταν, στο συγκεκριμένο βασικό υπόδειγμα, απαιτούνται περίπου 478 κιλά ξηρικού σκληρού σιταριού μόνο για να μηδενιστεί το γεωργικό οικογενειακό εισόδημα και περίπου 550 κιλά για να μείνουν 15 ευρώ στο στρέμμα, το ζήτημα έχει ήδη ξεπεράσει το απλό ερώτημα του κόστους.
Έχει φθάσει στο βασικότερο ερώτημα κάθε γεωργικής επιχείρησης: αν αξίζει οικονομικά να μπει ξανά στο χωράφι.