Η κυβέρνηση προετοιμάζει το σχέδιο επανεκκίνησης της κτηνοτροφίας, αλλά το ποιος θα αναλάβει το κόστος παραμένει ανοιχτό. Πίσω από τις συζητήσεις για επιχορηγήσεις, βιοασφάλεια και χρηματοδοτικά εργαλεία βρίσκεται μια δύσκολη πραγματικότητα. Εκμεταλλεύσεις που λειτουργούσαν χωρίς δάνεια κινδυνεύουν να επιστρέψουν στην παραγωγή υπερχρεωμένες.
Του Γ. Παπαδόπουλου
Η ανασύσταση των κοπαδιών που χάθηκαν από την ευλογιά των αιγοπροβάτων πλησιάζει σταδιακά στο στάδιο των κυβερνητικών αποφάσεων, με τις συζητήσεις να επικεντρώνονται πλέον στους όρους επανεκκίνησης των πληγεισών εκμεταλλεύσεων. Η χρηματοδότηση, οι προϋποθέσεις βιοασφάλειας και το ποσοστό δημόσιας συμμετοχής παραμένουν, ωστόσο, χωρίς οριστικές απαντήσεις. Για τους κτηνοτρόφους που βρίσκονται μήνες εκτός παραγωγής, η μεγαλύτερη ανησυχία δεν περιορίζεται στο πότε θα μπορέσουν να αποκτήσουν ξανά ζώα, αλλά στο εάν η επιστροφή τους θα συνοδευτεί από δανειακές υποχρεώσεις που δεν είχαν πριν από την υγειονομική κρίση.
Στις επικοινωνίες τους με το Agrocapital, πληγέντες κτηνοτρόφοι περιγράφουν μια κατάσταση που απέχει από την εικόνα μιας συνηθισμένης επενδυτικής ανάγκης. Όπως αναφέρουν, αρκετές από τις μονάδες που οδηγήθηκαν σε υποχρεωτική θανάτωση των ζώων τους ήταν οικονομικά βιώσιμες, με σταθερή παραγωγή και χωρίς σημαντικές τραπεζικές εκκρεμότητες. Η διακοπή της δραστηριότητάς τους δεν προέκυψε από επιχειρηματική αποτυχία ή αδυναμία ανταπόκρισης στις απαιτήσεις της αγοράς, αλλά από την εφαρμογή υγειονομικών μέτρων για τον περιορισμό της νόσου. Τώρα βρίσκονται αντιμέτωποι με την πιθανότητα να χρηματοδοτήσουν από την αρχή την ίδια τους την επαγγελματική δραστηριότητα.
Η ανασύσταση ζωικού κεφαλαίου περιλαμβάνεται στον κυβερνητικό σχεδιασμό για την επόμενη ημέρα της κτηνοτροφίας. Στις 5 Οκτωβρίου, από την Αμφιλοχία, ο υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Θανάσης Καββαδάς διευκρίνισε ότι η επανεισαγωγή ζώων θα πραγματοποιηθεί όταν το επιτρέψουν οι επιδημιολογικές συνθήκες και με την έγκριση των κτηνιατρικών αρχών. Παράλληλα, συνέδεσε την επανεκκίνηση με σύγχρονες, αδειοδοτημένες μονάδες και αυστηρότερους κανόνες βιοασφάλειας.
Εκείνο που δεν έχει προσδιοριστεί είναι ποιος θα χρηματοδοτήσει αυτή τη μετάβαση. Θα επιχορηγηθεί πλήρως η αγορά των νέων ζώων; Θα καλυφθούν οι αναγκαίες παρεμβάσεις στις εγκαταστάσεις; Θα προβλεφθεί κεφάλαιο κίνησης μέχρι να αρχίσουν ξανά οι παραδόσεις γάλακτος και οι πωλήσεις ζώων; Ή ένα μέρος της αποκατάστασης θα στηριχθεί σε τραπεζικά προϊόντα, μεταφέροντας το κόστος στους ίδιους τους πληγέντες;
Η συζήτηση για τον δανεισμό προσκρούει ήδη σε ένα πρακτικό εμπόδιο την πιστοληπτική ικανότητα των κτηνοτρόφων. Χωρίς παραγωγή και τακτικά έσοδα, μια εκμετάλλευση που μέχρι πρότινος μπορούσε να καλύπτει τις υποχρεώσεις της δυσκολεύεται πλέον να παρουσιάσει στις τράπεζες τα οικονομικά δεδομένα που απαιτούνται για τη χορήγηση νέας χρηματοδότησης.
Ακόμη όμως και αν εξασφαλιστεί πρόσβαση σε δανεισμό μέσω κρατικών εγγυήσεων ή ευνοϊκών επιτοκίων, παραμένει το ουσιαστικότερο ερώτημα. Για ποιον λόγο ένας κτηνοτρόφος που δεν είχε ανάγκη τραπεζικής χρηματοδότησης πριν από την ευλογιά να υποχρεωθεί να αποκτήσει χρέη προκειμένου να επιστρέψει στην προηγούμενη παραγωγική του κατάσταση;
Οι ίδιοι οι πληγέντες επιμένουν ότι δεν επιθυμούν να ξεκινήσουν ξανά έχοντας, όπως χαρακτηριστικά περιγράφουν, «έναν βραχνά πάνω από το κεφάλι τους». Οι υποχρεώσεις προς προμηθευτές, ασφαλιστικούς φορείς και άλλους πιστωτές δεν αναστέλλονται αυτομάτως με την απώλεια του ζωικού κεφαλαίου, ενώ οι αποζημιώσεις, σύμφωνα με τις μαρτυρίες τους, δεν καλύπτουν το σύνολο της οικονομικής ζημίας και των χαμένων εισοδημάτων.
Η αποζημίωση της αξίας ενός θανατωθέντος ζώου δεν ισοδυναμεί με αποκατάσταση μιας κτηνοτροφικής επιχείρησης. Ανάμεσα στην αγορά νέων ζώων και στην επιστροφή σε κανονικά επίπεδα παραγωγής μεσολαβεί μια περίοδος με αυξημένες δαπάνες, περιορισμένες εισπράξεις και ανάγκη πρόσθετης ρευστότητας.
Η κυβέρνηση επικαλείται τις σημαντικές ενισχύσεις που έχουν ήδη διατεθεί για την αντιμετώπιση των επιζωοτιών. Σύμφωνα με το ΥΠΑΑΤ, έως τον Μάιο του 2026 είχαν διατεθεί περισσότερα από 213 εκατ. ευρώ για τη στήριξη των πληγέντων κτηνοτρόφων, ενώ στις αρχές Οκτωβρίου ανακοινώθηκε πίστωση 53,77 εκατ. ευρώ για την ενίσχυση του κόστους ζωοτροφών. Τα ποσά αφορούν διαφορετικές μορφές αποζημίωσης και στήριξης και δεν συνιστούν αυτοτελές πρόγραμμα ανασύστασης των κοπαδιών.
Η σύγκριση με τα μέτρα αποκατάστασης μετά τις καταστροφές του Daniel επανέρχεται εύλογα στη συζήτηση. Τότε αξιοποιήθηκαν ειδικές ενισχύσεις για την επαναφορά του παραγωγικού δυναμικού, ακόμη και με πλήρη κάλυψη συγκεκριμένων επιλέξιμων δαπανών. Το κατά πόσο ένα αντίστοιχο μοντέλο μπορεί να εφαρμοστεί στις κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις αποτελεί πλέον κρίσιμο ερώτημα για τον σχεδιασμό του υπουργείου.
Η βιοασφάλεια, από την άλλη πλευρά, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τον περιορισμό των ζωονόσων. Ήδη υπάρχουν επενδυτικές παρεμβάσεις για την προστασία του ζωικού κεφαλαίου, όπως η Π3-73-2.4, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν καλυφθεί οι ανάγκες επαναλειτουργίας όλων των πληγεισών μονάδων. Εάν η ανασύσταση συνοδευτεί από πρόσθετες τεχνικές απαιτήσεις, το κόστος συμμόρφωσης θα πρέπει να αποσαφηνιστεί πριν οι κτηνοτρόφοι κληθούν να αποφασίσουν εάν μπορούν να επιστρέψουν.
Παράλληλα, η συζήτηση για την επόμενη ημέρα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον απολογισμό της προηγούμενης. Η εμφάνιση της ευλογιάς δεν τεκμηριώνει από μόνη της κρατική ευθύνη για την εξάπλωσή της. Η έκταση, όμως, της υγειονομικής και οικονομικής κρίσης καθιστά αναγκαίο να εξεταστεί η αποτελεσματικότητα της επιτήρησης, των ελέγχων και των μέτρων περιορισμού της νόσου. Η αναγνώριση της ευθύνης των κτηνοτρόφων για την τήρηση της βιοασφάλειας δεν αναιρεί την υποχρέωση της Πολιτείας να λογοδοτεί για το δικό της μέρος στη διαχείριση μιας επιζωοτίας.
Οι όροι χρηματοδότησης της ανασύστασης θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό πόσες από τις πληγείσες μονάδες θα επιστρέψουν στην παραγωγή. Για εκμεταλλεύσεις που παραμένουν χωρίς έσοδα, η κάλυψη της αγοράς ζώων, των παρεμβάσεων στις εγκαταστάσεις και των πρώτων λειτουργικών δαπανών αποτελεί προϋπόθεση επανεκκίνησης. Το ύψος της επιχορήγησης και η ενδεχόμενη απαίτηση δανεισμού θα καθορίσουν εάν αυτή η επιστροφή είναι οικονομικά εφικτή.
Αυτό που ζητούν οι κτηνοτρόφοι που μίλησαν στο Agrocapital είναι να αποκατασταθεί η δυνατότητά τους να εργαστούν, χωρίς να αναλάβουν χρέη για την αντικατάσταση του ζωικού κεφαλαίου που θανατώθηκε υποχρεωτικά. Μέχρι να ανακοινωθούν οι δικαιούχοι, οι επιλέξιμες δαπάνες και τα ποσοστά ενίσχυσης, παραμένει ανοιχτό πόσο από το κόστος της επανεκκίνησης θα κληθούν να καλύψουν οι ίδιοι.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις