Με μειωμένη παραγωγή, αλλά και τιμές που παραμένουν υπό πίεση, εισέρχεται η Ελλάδα στη νέα ελαιοκομική περίοδο 2026/27. Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την προηγούμενη σεζόν αποτυπώνουν πτώση περίπου 20% στην ελληνική παραγωγή, χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση των τιμών παραγωγού, ενώ στην ευρωπαϊκή αγορά αυξάνονται οι εισαγωγές και τα αποθέματα.
Στην παρουσίαση της Επιτροπής της 29ης Σεπτεμβρίου, η ελληνική παραγωγή για την περίοδο 2025/26 εκτιμάται στους 231.000 τόνους, έναντι 288.000 τόνων την προηγούμενη χρονιά. Παρά τη μείωση, η τιμή του εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου, με βάση τα στοιχεία έως τις 9 Σεπτεμβρίου, διαμορφώθηκε στα 3,58 ευρώ το κιλό. Πρόκειται για επίπεδο χαμηλότερο κατά 12,3% σε ετήσια βάση και κατά 29,5% σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μέσο όρο της πενταετίας.
Πτώση καταγράφεται και στις υπόλοιπες κατηγορίες. Το ελληνικό παρθένο ελαιόλαδο βρίσκεται στα 3 ευρώ το κιλό, μειωμένο κατά 14,3% σε ετήσια βάση, ενώ το λαμπάντε στα 2 ευρώ το κιλό, με υποχώρηση 20%. Στο εξαιρετικό παρθένο, η αντίστοιχη τιμή στην Ισπανία καταγράφεται στα 3,47 ευρώ και στην Ιταλία στα 4,82 ευρώ το κιλό.
Η εικόνα αυτή διαμορφώνεται ενώ οι πρώτες πρώιμες περιοχές έχουν ξεκινήσει τη συγκομιδή και οι παραγωγοί καλούνται να διαχειριστούν το αυξημένο κόστος καλλιέργειας και τις αβεβαιότητες για τη διάθεση της νέας σοδειάς.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η παραγωγή της περιόδου 2025/26 υπολογίζεται σε 2,045 εκατ. τόνους, μειωμένη κατά 5% σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, αλλά υψηλότερη κατά 9% από τον μέσο όρο της πενταετίας. Η ισπανική παραγωγή εκτιμάται σε 1,302 εκατ. τόνους, με πτώση 8%, ενώ η Ιταλία εμφανίζει αύξηση 31%, στους 325.000 τόνους.
Παγκοσμίως, η παραγωγή υπολογίζεται σε 3,429 εκατ. τόνους. Αν και υποχωρεί κατά 5% σε ετήσια βάση, παραμένει κατά 11% πάνω από τον μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας. Εκτός ΕΕ, η Τυνησία φτάνει τους 450.000 τόνους και το Μαρόκο τους 160.000 τόνους, ενώ η Τουρκία υποχωρεί στους 290.000 τόνους.
Την ίδια ώρα, μεγαλύτερες ποσότητες ελαιολάδου από τρίτες χώρες εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά. Από τον Οκτώβριο του 2025 έως τον Ιούλιο του 2026, οι εισαγωγές της ΕΕ ανήλθαν σε 232.793 τόνους, αυξημένες κατά 48,8% σε σύγκριση με το αντίστοιχο δεκάμηνο της προηγούμενης περιόδου.
Κυριότερος προμηθευτής παραμένει η Τυνησία, από την οποία προήλθαν 182.399 τόνοι, ποσότητα αυξημένη κατά 45,2%, που αντιστοιχεί περίπου στο 78% των εισαγωγών. Το Μαρόκο καλύπτει μερίδιο περίπου 13%, η Αίγυπτος 4%, ενώ η Αργεντινή και το Περού από 1%.
Στον αντίποδα, οι ευρωπαϊκές εξαγωγές προς τρίτες χώρες παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητες. Στο ίδιο δεκάμηνο διαμορφώθηκαν σε 626.775 τόνους, σημειώνοντας οριακή μείωση 0,4%.
Οι ΗΠΑ διατηρούν την πρώτη θέση μεταξύ των προορισμών, απορροφώντας 201.176 τόνους, παρά την πτώση των αποστολών κατά 12%. Αντίθετα, οι εξαγωγές προς τη Βραζιλία αυξήθηκαν κατά 29,7%, στους 74.761 τόνους, και προς το Ηνωμένο Βασίλειο κατά 11,3%, στους 58.701 τόνους. Στην Κίνα κατευθύνθηκαν 31.210 τόνοι, με αύξηση 20,5%, ενώ σημαντική υποχώρηση καταγράφηκε στον Καναδά, κατά 30,4%, και στην Αυστραλία, κατά 17,5%.
Τα τελικά αποθέματα της ΕΕ για την περίοδο 2025/26 εκτιμώνται σε 476.000 τόνους στα τέλη Σεπτεμβρίου, έναντι 371.000 τόνων έναν χρόνο νωρίτερα. Πρόκειται για επιπλέον 105.000 τόνους που μεταφέρονται στη νέα περίοδο. Νωρίτερα, στα τέλη Μαΐου, τα μηνιαία στοιχεία κατέγραφαν αποθέματα σχεδόν 1,1 εκατ. τόνων.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις