Η αναμενόμενη αύξηση της ελληνικής παραγωγής ελαιολάδου την περίοδο 2026/27 συνοδεύεται από χαμηλές τιμές και σημαντικά αποθέματα της προηγούμενης συγκομιδής. Οι αρχικές προβλέψεις τοποθετούν τη νέα σοδειά μεταξύ 280.000 και περίπου 300.000 τόνων, ενώ τουλάχιστον 40.000 τόνοι περσινού ελαιολάδου εκτιμάται ότι παραμένουν στην αγορά, με περιορισμένες προοπτικές άμεσης διάθεσης.
Οι εκτιμήσεις για τις βασικές παραγωγικές χώρες, τις οποίες συγκέντρωσε το Mercacei, δείχνουν διαφορετική εικόνα ανά περιοχή. Η Ισπανία αναμένεται να διατηρήσει την πρώτη θέση με περίπου 1,6 εκατ. τόνους, η Τουρκία προβλέπεται να κινηθεί στους 380.000–400.000 τόνους, ενώ υποχώρηση αναμένεται στην Τυνησία και στο Μαρόκο. Καθοριστικές παραμένουν οι καιρικές συνθήκες κατά τη συγκομιδή και η τελική απόδοση του καρπού σε λάδι.
Στην Ελλάδα, το σενάριο των 280.000 τόνων κατανέμει από 100.000 τόνους στην Πελοπόννησο και στην Κρήτη, συνολικά 50.000 τόνους σε Ζάκυνθο, Κέρκυρα, Μυτιλήνη και Ρόδο, 20.000 τόνους στην υπόλοιπη ηπειρωτική χώρα και 10.000 τόνους στη βόρεια Ελλάδα.
Η συγκεκριμένη πρόβλεψη μπορεί να μεταβληθεί κατά 10.000–20.000 τόνους προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, ανάλογα με τις ελαιοαποδόσεις. Η υψηλότερη εκτίμηση, κοντά στους 300.000 τόνους, προϋποθέτει ότι οι καιρικές και φυτοϋγειονομικές συνθήκες θα παραμείνουν ευνοϊκές. Για την Τριφυλία, η παραγωγή υπολογίζεται ότι μπορεί να φτάσει τους 28.000 τόνους.
Οι μέχρι στιγμής εκτιμήσεις περιγράφουν ευνοϊκή εικόνα για την ελληνική καλλιέργεια, με επαρκείς βροχοπτώσεις και χωρίς προσβολές από δάκο στις περιοχές που αξιολογούνται. Προσφορές νέου ελαιολάδου αναμένονται από τα μέσα έως τα τέλη Οκτωβρίου στους Αγίους Αποστόλους, στην ευρύτερη Πελοπόννησο και στη βόρεια Ελλάδα.
Στο εμπορικό σκέλος, ωστόσο, η προηγούμενη σοδειά εξακολουθεί να επηρεάζει την αγορά. Οι τιμές του περσινού ελαιολάδου κυμαίνονται από 3,20 έως 3,60 ευρώ το κιλό στην έξοδο του ελαιοτριβείου, χωρίς αγοραστικό ενδιαφέρον, σύμφωνα με την αποτύπωση της αγοράς.
Ανάλογη πίεση στις τιμές καταγράφεται στην Ισπανία. Το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο διαμορφώνεται γύρω στα 3,30 ευρώ το κιλό, επίπεδο στο οποίο περισσότερο από το 80% των ισπανικών ελαιώνων δεν καλύπτει το κόστος παραγωγής, σύμφωνα με την επικαιροποιημένη για το 2026 μελέτη της ένωσης ελαιοκομικών δήμων της χώρας.
Η πρόβλεψη για παραγωγή περίπου 1,6 εκατ. τόνων στηρίζεται στις μέτριες έως υψηλές βροχοπτώσεις και στις ευνοϊκές θερμοκρασίες κατά την ανθοφορία. Επιφυλάξεις προκαλούν, πάντως, οι εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες του Αυγούστου και ο ξηρός Σεπτέμβριος, που ενδέχεται να επηρεάσουν τις τελικές ποσότητες και την περιεκτικότητα του καρπού σε λάδι.
Στην Ιταλία δεν έχει διαμορφωθεί ενιαία εκτίμηση. Οι πρώτες προβλέψεις της Federolio κάνουν λόγο για 260.000 τόνους, μειωμένους κατά 20% από τους 325.000 τόνους της προηγούμενης περιόδου. Άλλες εκτιμήσεις του κλάδου ανεβάζουν την παραγωγή στους 300.000–310.000 τόνους, αναφέροντας πολύ καλή εικόνα σε περιοχές του βορρά και του νότου.
Η παρενιαυτοφορία και το θερμό καλοκαίρι, που επιτάχυνε την ωρίμανση, επηρεάζουν τη φετινή συγκομιδή. Παρά τις προβλέψεις για μικρότερη παραγωγή, οι τιμές παραμένουν χαμηλές. Έγγραφο που παρουσίασε η ιταλική κυβέρνηση στο Συμβούλιο Agrifish στα τέλη Σεπτεμβρίου καταγράφει πτώση τιμών άνω του 50% στις βασικές παραγωγικές περιοχές.
Οι προσδοκίες για την ποιότητα είναι θετικές, καθώς οι καιρικές συνθήκες συνέβαλαν στον έλεγχο του δάκου. Η πρώιμη συγκομιδή έχει αρχίσει στην κεντρική Ιταλία, ενώ η ευρύτερη έναρξη της περιόδου αναμένεται περίπου στις 20 Οκτωβρίου και μετά.
Στην Τυνησία, η παραγωγή εκτιμάται κοντά στους 300.000 τόνους, περίπου 40% χαμηλότερα από τους 500.000 τόνους της περιόδου 2025/26. Η μείωση συνδέεται με την παρενιαυτοφορία και την ξηρασία. Καλύτερη εικόνα εμφανίζουν οι βόρειες και βορειοδυτικές περιοχές, ενώ μεγαλύτερες δυσκολίες αντιμετωπίζουν οι μη αρδευόμενοι ελαιώνες στο κεντρικό τμήμα και στην παράκτια ζώνη.
Οι βροχοπτώσεις από το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου έως τις αρχές Οκτωβρίου βελτίωσαν τις συνθήκες, χωρίς να ανατρέψουν την εκτίμηση για τον συνολικό όγκο παραγωγής. Η συλλογή αναμένεται να αρχίσει σταδιακά στο δεύτερο μισό του Οκτωβρίου στις πρώιμες κεντροδυτικές περιοχές, ενώ τα ελαιοτριβεία του βορρά θα τεθούν σε λειτουργία από τα τέλη Οκτωβρίου έως τις αρχές Νοεμβρίου.
Οι τιμές παραγωγού στην Τυνησία κινούνται γύρω στα 3,30 ευρώ το κιλό, έναντι επιπέδων άνω των 8,50 ευρώ στις αρχές του 2024. Μέχρι τα τέλη Αυγούστου είχαν εξαχθεί περισσότεροι από 380.000 τόνοι, χωρίς να συνυπολογίζεται η εσωτερική κατανάλωση.
Για το Μαρόκο, οι προβλέψεις κυμαίνονται από 120.000 έως 150.000 τόνους, με εκτιμώμενη μείωση άνω του 30% σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Οι υψηλές θερμοκρασίες κατά τον χειμώνα, την άνοιξη και το καλοκαίρι, σε συνδυασμό με την έλλειψη βροχών, προκάλεσαν έντονο υδατικό στρες στους ελαιώνες των ξηρών περιοχών.
Αντίθετα, η Τουρκία αναμένεται να καταγράψει υψηλή παραγωγή, μεταξύ 380.000 και 400.000 τόνων. Εφόσον επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις, θα μπορούσε να βρεθεί στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας παραγωγής, πίσω από την Ισπανία.
Οι άφθονες βροχές του χειμώνα και της άνοιξης ευνόησαν την καρπόδεση και ενίσχυσαν τα αρδευτικά αποθέματα. Ωστόσο, η απουσία σημαντικών βροχοπτώσεων από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο δεν επέτρεψε στους καρπούς να αποκτήσουν το βέλτιστο μέγεθος.
Στην Πορτογαλία, η αρχική εκτίμηση τοποθετεί την παραγωγή στους 200.000 τόνους, με δυνατότητα ανόδου στους 220.000–230.000 τόνους εφόσον βοηθήσει ο καιρός. Ο πολύ βροχερός χειμώνας δημιούργησε προϋποθέσεις καλής ανθοφορίας, ενώ η σχετικά ξηρή άνοιξη, χωρίς υψηλές θερμοκρασίες, ευνόησε την καρπόδεση και τη φυτοϋγεία.
Το θερμό καλοκαίρι διατήρησε χαμηλά τον πληθυσμό του δάκου, αν και έχουν εμφανιστεί πρόσφατες προσβολές. Η άλεση έχει αρχίσει σε λίγα ελαιοτριβεία, με τη συγκομιδή να αναμένεται να γενικευτεί στα μέσα Οκτωβρίου στις βασικές παραγωγικές περιοχές.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις