Ευλογιά αιγοπροβάτων: Η επιδημία που δεν υπακούει στις Βρυξέλλες

Δεκαπέντε νέες εστίες στη Βουλγαρία και περιορισμοί έως το τέλος του 2026 με υπογραφή Olivér Várhelyi. Η διαδρομή μιας επιδημίας που επιμένει στα Βαλκάνια, τα επιστημονικά δεδομένα για τον εμβολιασμό και τα ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά ανάμεσα στην Αθήνα και τις Βρυξέλλες.

Του Γ. Παπαδόπουλου

Η ευλογιά των αιγοπροβάτων παραμένει ενεργή στα Βαλκάνια, υποχρεώνοντας την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να παρατείνει για ακόμη μία φορά τα έκτακτα υγειονομικά μέτρα στη Βουλγαρία. Με εκτελεστική απόφαση που δημοσιεύθηκε την 1η Οκτωβρίου 2026, οι Βρυξέλλες καταγράφουν 15 πρόσθετες εστίες της νόσου και διατηρούν ευρύτερες ζώνες περιορισμού σε δέκα περιφέρειες έως τις 31 Δεκεμβρίου. Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, όπου η ίδια επιζωοτία έχει οδηγήσει στη θανάτωση σχεδόν μισού εκατομμυρίου ζώων, χωρίς ακόμη να διαφαίνεται ο χρόνος οριστικής εκρίζωσής της.

Πίσω από τη νέα απόφαση βρίσκεται ένα πρόβλημα που έχει πάψει προ πολλού να είναι αποκλειστικά κτηνιατρικό. Δύο χρόνια μετά τη μεγάλη αναζωπύρωση του 2024, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μια νόσο που πλήττει την παραγωγή, περιορίζει τις μετακινήσεις και αποδυναμώνει την οικονομική βάση κτηνοτροφικών περιοχών. Ταυτόχρονα, η επιστημονική συζήτηση για τον εμβολιασμό αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς τα επίσημα ευρωπαϊκά έγγραφα αποτυπώνουν μια διαρκή αναζήτηση αποτελεσματικότερων μέσων ελέγχου.

Η νέα εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2026/2207, την οποία υπογράφει ο Ευρωπαίος Επίτροπος Υγείας και Ευζωίας των Ζώων Olivér Várhelyi, εκδόθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τρεις ημέρες αργότερα. Σύμφωνα με το σκεπτικό της, οι βουλγαρικές αρχές κοινοποίησαν 15 επιπλέον εστίες κατά το διάστημα 1–23 Σεπτεμβρίου, στις περιφέρειες Μπλαγκόεβγκραντ, Χάσκοβο, Κάρτζαλι, Κιουστεντίλ και Φιλιππούπολης.

Οι νέες καταγραφές επέβαλαν την αναθεώρηση των ζωνών προστασίας και επιτήρησης. Το παράρτημα της απόφασης διατηρεί ευρύτερους περιορισμούς έως το τέλος του έτους στις περιφέρειες Φιλιππούπολης, Μπλαγκόεβγκραντ, Χάσκοβο, Παζαρτζίκ, Κιουστεντίλ, Στάρα Ζαγόρα, Κάρτζαλι, Γιάμπολ, Σλίβεν και Μπουργκάς. Δεν πρόκειται για ενιαία απαγόρευση κάθε εμπορικής δραστηριότητας, αλλά για διαβαθμισμένο σύστημα υγειονομικών ζωνών, με διαφορετικούς περιορισμούς και εξαιρέσεις ανάλογα με την επιδημιολογική κατάσταση.

  • Μια επιδημία με μακρά διαδρομή

Η σημερινή έξαρση δεν αποτελεί αιφνίδια εμφάνιση ενός άγνωστου κινδύνου. Η ευλογιά είχε απασχολήσει τις κτηνιατρικές αρχές Ελλάδας και Βουλγαρίας ήδη το 2013 και το 2014, ενώ ακολούθησαν σποραδικά περιστατικά τα επόμενα χρόνια. Το 2024, ωστόσο, η επιδημιολογική εικόνα μεταβλήθηκε ουσιαστικά.

Σύμφωνα με την επιστημονική έκθεση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), το 2024 καταγράφηκαν 340 εστίες στις δύο χώρες, από τις οποίες 328 στην Ελλάδα και 12 στη Βουλγαρία. Ακολούθησε νέα έξαρση το 2025, με τον ιό να επανεμφανίζεται σε περιοχές όπου οι υγειονομικές αρχές επιχειρούσαν ήδη να περιορίσουν τη μετάδοσή του.

Η Βουλγαρία υπήχθη σε διαδοχικά ευρωπαϊκά μέτρα έκτακτης ανάγκης. Η απόφαση 2025/1160, τον Ιούνιο του 2025, αποτέλεσε τη βάση για τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, όπως είχε καταγράψει το Agrocapital, οι Βρυξέλλες προχώρησαν σε νέα παράταση μετά την εμφάνιση πρόσθετων εστιών.

Η προσωρινή αποκλιμάκωση δεν συνοδεύτηκε από οριστική εξάλειψη της νόσου. Τον Αύγουστο του 2026, νέο περιστατικό καταγράφηκε στο Τιάνεβο της περιφέρειας Χάσκοβο, ενώ οι καταγραφές του Σεπτεμβρίου οδήγησαν στην απόφαση που βρίσκεται σήμερα σε ισχύ.

Η EFSA προσέθεσε μια ακόμη σημαντική διάσταση. Από την 1η Ιανουαρίου 2024 έως τις 29 Ιανουαρίου 2026 είχαν δηλωθεί 203 εστίες στη Βουλγαρία και 2.081 στην Ελλάδα, ενώ εργαστηριακές αναλύσεις εντόπισαν σχεδόν πανομοιότυπα στελέχη του ιού σε Ελλάδα, Βουλγαρία και Ρουμανία. Η γενετική αυτή συγγένεια δεν αποδεικνύει από μόνη της συγκεκριμένη διαδρομή μετάδοσης, ενισχύει όμως την ανάγκη διασυνοριακής επιτήρησης και συντονισμού.

Η επιδημία έχει, επομένως, αποκτήσει περιφερειακή διάσταση, με εθνικές συνέπειες και ευρωπαϊκό κόστος. Κάθε νέα εστία δεν επηρεάζει μόνο την εκμετάλλευση όπου εμφανίζεται. Μπορεί να προκαλέσει περιορισμούς στις γειτονικές μονάδες, να επηρεάσει τη διακίνηση ζώων και προϊόντων και να δημιουργήσει αβεβαιότητα σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής.

  • Η επιστήμη, ο εμβολιασμός και οι επιφυλάξεις

Το μεγαλύτερο πολιτικό ενδιαφέρον βρίσκεται πλέον στη στρατηγική αντιμετώπισης της νόσου. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει άμεσα μέτρα εκρίζωσης, μεταξύ των οποίων η θανάτωση των ζώων στις προσβεβλημένες εκμεταλλεύσεις, η επιτήρηση και οι περιορισμοί μετακινήσεων. Ωστόσο, η διάρκεια και η γεωγραφική εξάπλωση της επιδημίας έχουν επαναφέρει το ερώτημα της συμπληρωματικής χρήσης εμβολίων.

Στην έκθεσή της, που δημοσιοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 2026, η EFSA αξιολόγησε διαφορετικά σενάρια εμβολιασμού. Τα μοντέλα για τη Βουλγαρία έδειξαν ότι η προσθήκη εμβολιαστικών προγραμμάτων στα συμβατικά μέτρα θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τον αριθμό και τη γεωγραφική έκταση των εστιών. Σε ένα από τα εξεταζόμενα σενάρια, ο συνδυασμός διετούς εμβολιασμού με τα καθιερωμένα μέτρα εκτιμήθηκε ότι θα μπορούσε να επιτύχει εκρίζωση περίπου έναν χρόνο νωρίτερα σε σύγκριση με στρατηγική χωρίς εμβολιασμό.

Η επιστημονική αξιολόγηση δεν ισοδυναμεί, πάντως, με έγκριση συγκεκριμένου σκευάσματος ούτε με υποχρέωση εφαρμογής εμβολιασμού. Η ελληνική Εθνική Επιστημονική Επιτροπή, με την επίσημη τοποθέτησή της στις 9 Φεβρουαρίου, διατύπωσε επιφυλάξεις για τη μεταφορά των αποτελεσμάτων των μοντέλων στις ελληνικές συνθήκες, την έλλειψη δεδομένων για συγκεκριμένες φυλές και την απουσία διαθέσιμων εμβολίων που να επιτρέπουν τη διάκριση μολυσμένων από εμβολιασμένα ζώα.

Εδώ βρίσκεται και μια ουσιαστική διάσταση της συζήτησης με τις Βρυξέλλες. Σε επίσημη απάντηση του Várhelyi προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στις 17 Οκτωβρίου 2025, η Επιτροπή είχε γνωστοποιήσει ότι είχε συστήσει έντονα στην Ελλάδα να εξετάσει τον εμβολιασμό, με δυνατότητα υποστήριξης από την ευρωπαϊκή τράπεζα εμβολίων. Σε νεότερη απάντηση της 23ης Μαρτίου 2026, διευκρίνισε ότι η απόφαση για την εφαρμογή του παραμένει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς κανόνες.

Ο ίδιος ο Επίτροπος, μιλώντας στο Παρίσι στη σύνοδο του Παγκόσμιου Οργανισμού για την Υγεία των Ζώων (WOAH), είχε υπογραμμίσει την ανάγκη ο εμβολιασμός να αντιμετωπίζεται ως επιστημονικό εργαλείο και να μη μετατρέπεται σε εμπόδιο στο εμπόριο. Η θέση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν διαβαστεί παράλληλα με τις διαδοχικές αποφάσεις περιορισμού των μετακινήσεων στην ανατολική Ευρώπη.

  • Οι αποφάσεις των Βρυξελλών και ο ελληνικός λογαριασμός

Στην Ελλάδα, η συζήτηση διεξάγεται πλέον υπό το βάρος συγκεκριμένων απωλειών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η Γενική Διεύθυνση Κτηνιατρικής του ΥΠΑΑΤ στη Μόνιμη Επιτροπή για την Υγεία των Ζώων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στις 17–18 Σεπτεμβρίου, από τον Αύγουστο του 2024 έως τις 9 Σεπτεμβρίου 2026 είχαν καταγραφεί 2.271 εστίες και 495.918 θανατώσεις αιγοπροβάτων. Τα δεδομένα αυτά, που ανέδειξαμε και εμείς, περιγράφουν μια απώλεια η οποία δεν αναπληρώνεται μόνο με οικονομικές αποζημιώσεις.

Την 1η Οκτωβρίου, την ίδια ημέρα που δημοσιεύθηκε η ευρωπαϊκή απόφαση για τη Βουλγαρία, το ελληνικό υπουργείο εξέδωσε την εγκύκλιο 250901/1-10-2026 για την ορολογική επιτήρηση. Το πρόγραμμα προβλέπει δειγματοληψίες σε εννέα Περιφέρειες και αποσκοπεί στην καλύτερη αποτύπωση της κυκλοφορίας του ιού, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου δεν εμφανίζονται κλινικά συμπτώματα.

Το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας εξέφρασε επιφυλάξεις για τη διαχείριση των εκμεταλλεύσεων στις οποίες ενδέχεται να ανιχνευθούν αντισώματα, ζητώντας σαφείς οδηγίες και ολοκληρωμένο σχέδιο αντιμετώπισης. Παράλληλα, η χώρα εξακολουθεί να εφαρμόζει προληπτικούς περιορισμούς και σε περιοχές χωρίς επιβεβαιωμένες εστίες, όπως δείχνει η παράταση των μέτρων στην Κρήτη έως τις 29 Οκτωβρίου.

Η ευρωπαϊκή απόφαση για τη Βουλγαρία και η ελληνική εγκύκλιος έχουν διαφορετικό αντικείμενο, αλλά αποτυπώνουν την ίδια εκκρεμότητα. Η επιτήρηση συνεχίζεται, οι απαγορευμένες ζώνες αναπροσαρμόζονται και η επιστήμη προσφέρει πρόσθετες επιλογές, χωρίς ακόμη να έχει εξασφαλιστεί η οριστική επιστροφή στην κανονικότητα.

Στη διαχείριση της επιδημίας, οι αρμοδιότητες είναι μοιρασμένες, η ευθύνη όμως κρίνεται από το αποτέλεσμα. Οι Βρυξέλλες θεσπίζουν τους κοινούς κανόνες και παρέχουν επιστημονικά και χρηματοδοτικά εργαλεία. Οι εθνικές κυβερνήσεις αναλαμβάνουν να τα μετατρέψουν σε προστασία της παραγωγής, με επαρκείς κτηνιατρικές υπηρεσίες, συνεπή εφαρμογή των μέτρων και αποφάσεις που στηρίζονται στα επιδημιολογικά δεδομένα. Δύο χρόνια μετά, το κρίσιμο ερώτημα είναι τι έχει αποδώσει αυτή η προσπάθεια και τι χρειάζεται να αλλάξει για να ανακοπεί η διασπορά.

Η 31η Δεκεμβρίου 2026, που αναφέρεται στα παραρτήματα της απόφασης ως ημερομηνία λήξης συγκεκριμένων περιορισμών, οριοθετεί την εφαρμογή των μέτρων, χωρίς να προδικάζει το τέλος της επιδημίας. Για τους κτηνοτρόφους που έχασαν τα ζώα τους, η επιστροφή στην παραγωγή εξακολουθεί να εξαρτάται από όσα πρέπει να προηγηθούν, από τον έλεγχο της νόσου έως τους όρους ανασύστασης των κοπαδιών.

Εκεί θα κριθεί και η συνέχεια, στην απόσταση ανάμεσα στην άρση ενός περιορισμού και στην πραγματική δυνατότητα μιας μονάδας να λειτουργήσει ξανά. Για τον κτηνοτρόφο, η κρίση δεν τελειώνει την ημέρα που λήγει μια απόφαση, αλλά όταν μπορεί να ξαναβάλει ζώα στον στάβλο του και να σχεδιάσει την επόμενη χρονιά.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις