«Πλημμυρίζει» η ευρωπαϊκή αγορά από φθηνές εισαγωγές ζάχαρης

Αυξανόμενες πιέσεις δέχεται η ευρωπαϊκή αγορά ζάχαρης από τις μεγάλες ποσότητες φθηνού εισαγόμενου προϊόντος, την ώρα που οι παραγωγοί ζαχαροτεύτλων σε αρκετές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιορίζουν τις καλλιεργούμενες εκτάσεις τους. Παρά τις παρεμβάσεις της Κομισιόν για τον περιορισμό των εισαγωγών, οι ποσότητες ζάχαρης που εισήλθαν στην ΕΕ χωρίς δασμούς μέσα σε μόλις εννέα μήνες ξεπέρασαν εκείνες ολόκληρης της προηγούμενης εμπορικής περιόδου.

Συγκεκριμένα, από τον Οκτώβριο του 2025 έως και τον Ιούνιο του 2026, οι εισαγωγές ζάχαρης μέσω ειδικού τελωνειακού καθεστώτος ανήλθαν σε 870.000 τόνους. Από αυτούς, οι 737.000 τόνοι αφορούσαν ακατέργαστη ζάχαρη και οι υπόλοιποι 133.000 τόνοι λευκή ζάχαρη.

Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της αύξησης, κατά το σύνολο της εμπορικής περιόδου 2024/25 είχαν εισαχθεί μέσω του ίδιου μηχανισμού 742.000 τόνοι, εκ των οποίων 587.000 τόνοι ακατέργαστης και 155.000 τόνοι λευκής ζάχαρης.

Αυτό σημαίνει ότι μέσα σε εννέα μήνες οι εισαγωγές ξεπέρασαν κατά 128.000 τόνους, δηλαδή περισσότερο από 17%, τις ποσότητες που είχαν εισέλθει στην ευρωπαϊκή αγορά καθ' όλη την προηγούμενη περίοδο.

Η μεγαλύτερη πίεση προέρχεται από τη Βραζιλία, η οποία καλύπτει πάνω από το 90% των συγκεκριμένων εισαγωγών και διατηρεί κυρίαρχη θέση στην τροφοδοσία της ευρωπαϊκής αγοράς με ζάχαρη μέσω του ειδικού τελωνειακού καθεστώτος.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι αδασμολόγητες εισαγωγές βραζιλιάνικης ακατέργαστης ζάχαρης μέσω αυτού του μηχανισμού υπερβαίνουν κατά πολύ τους 180.000 τόνους που προβλέπει η σχετική ποσόστωση της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ-Mercosur.

Ωστόσο, πρόκειται για δύο διαφορετικά καθεστώτα. Οι συγκεκριμένες εισαγωγές δεν πραγματοποιούνται βάσει της ποσόστωσης Mercosur, αλλά μέσω ειδικής τελωνειακής διαδικασίας που επιτρέπει στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να εισάγουν πρώτες ύλες χωρίς δασμούς, υπό την προϋπόθεση ότι τα προϊόντα που προκύπτουν από τη μεταποίησή τους θα εξαχθούν στη συνέχεια εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με αυτόν τον τρόπο, οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες μπορούν να προμηθεύονται ακατέργαστη ζάχαρη από τρίτες χώρες, να την επεξεργάζονται και να διαθέτουν το τελικό προϊόν σε εξαγωγικές αγορές.

Παρότι ο μηχανισμός συνδέεται με την παραγωγή προϊόντων που προορίζονται για εξαγωγή, οι ευρωπαϊκές οργανώσεις του κλάδου εκφράζουν ανησυχίες για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η αυξημένη εισαγωγική δραστηριότητα στον ανταγωνισμό και στη λειτουργία της ευρωπαϊκής αγοράς ζάχαρης.

Οι αντιδράσεις προέρχονται τόσο από τους τευτλοπαραγωγούς όσο και από τις επιχειρήσεις μεταποίησης.

Η Διεθνής Συνομοσπονδία Ευρωπαίων Τευτλοκαλλιεργητών (CIBE) και η Ευρωπαϊκή Ένωση Παραγωγών Ζάχαρης (CEFS) έχουν προειδοποιήσει για τις επιπτώσεις των μεγάλων ποσοτήτων εισαγόμενης ζάχαρης, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία ο ευρωπαϊκός κλάδος αντιμετωπίζει δύσκολες συνθήκες.

Επιφυλάξεις για την περαιτέρω αύξηση των εισαγωγών έχουν εκφραστεί και από εκπροσώπους της Γερμανίας, της Γαλλίας, του Βελγίου και της Πολωνίας, χωρών με σημαντική παρουσία στην ευρωπαϊκή παραγωγή ζαχαροτεύτλων και ζάχαρης.

Η κατάσταση αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς οι Ευρωπαίοι παραγωγοί έχουν ήδη αρχίσει να περιορίζουν τις εκτάσεις που καλλιεργούν με ζαχαρότευτλα, προσαρμόζοντας τις επιλογές τους στις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά.

Η μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων αποτελεί ένδειξη των πιέσεων που αντιμετωπίζει ο κλάδος, καθώς η οικονομική βιωσιμότητα της τευτλοκαλλιέργειας συνδέεται άμεσα με τις τιμές της ζάχαρης και τη δυνατότητα των βιομηχανιών να απορροφούν την παραγωγή.

Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να παρέμβει στο καθεστώς των αδασμολόγητων εισαγωγών.

Από τις 27 Μαΐου 2026 τέθηκε σε εφαρμογή προσωρινή αναστολή της ειδικής τελωνειακής διαδικασίας για την εισαγωγή ακατέργαστης ζάχαρης από ζαχαροκάλαμο, η οποία προορίζεται για την παραγωγή λευκής ζάχαρης.

Το μέτρο προβλέπεται να παραμείνει σε ισχύ έως τις 27 Μαΐου 2027, με στόχο τον περιορισμό των εισαγωγικών ποσοτήτων μέσω του συγκεκριμένου μηχανισμού.

Ωστόσο, στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δόθηκε πρόσθετη προθεσμία 30 ημερών για την ολοκλήρωση συμβάσεων που είχαν ήδη συναφθεί, γεγονός που επέτρεψε τη συνέχιση των εισαγωγών έως τα τέλη Ιουνίου.

Αυτό εξηγεί γιατί, παρά την εφαρμογή των περιορισμών από τον Μάιο, καταγράφηκαν επιπλέον ποσότητες αδασμολόγητης ζάχαρης κατά το διάστημα που ακολούθησε.

Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι η αναστολή δεν αφορά όλες τις κατηγορίες προϊόντων. Οι εισαγωγές έτοιμης λευκής ζάχαρης χωρίς δασμούς εξακολουθούν να επιτρέπονται μέσω της σχετικής τελωνειακής διαδικασίας.

Η διάκριση αυτή έχει σημασία, καθώς περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της ευρωπαϊκής παρέμβασης και αφήνει ανοιχτή τη δυνατότητα συνέχισης συγκεκριμένων εμπορικών ροών.

Το βασικό ερώτημα για τους Ευρωπαίους παραγωγούς είναι κατά πόσο οι περιορισμοί θα συμβάλουν στη σταθεροποίηση της αγοράς και στη βελτίωση των συνθηκών διάθεσης της εγχώριας παραγωγής.

Η αποτελεσματικότητα των μέτρων θα εξαρτηθεί τόσο από την πορεία των εισαγωγών τους επόμενους μήνες όσο και από τις ποσότητες ζάχαρης που θα παραχθούν εντός της ΕΕ.

Οι εξελίξεις επηρεάζουν και τις εμπορικές προοπτικές της Ουκρανίας, η οποία δραστηριοποιείται στην ευρωπαϊκή αγορά ζάχαρης. Οι αλλαγές στο τελωνειακό καθεστώς, σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό από φθηνότερα εισαγόμενα προϊόντα, ενδέχεται να επηρεάσουν τους όρους διάθεσης της ουκρανικής παραγωγής.

Για την ευρωπαϊκή βιομηχανία ζάχαρης, το επόμενο διάστημα θα είναι καθοριστικό, καθώς θα φανεί εάν η αναστολή του ειδικού καθεστώτος εισαγωγής ακατέργαστης ζάχαρης μπορεί να περιορίσει τις πιέσεις στην αγορά.

Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τις εισαγωγές, αλλά και το μέλλον της ευρωπαϊκής τευτλοκαλλιέργειας, καθώς η συνέχιση της μείωσης των καλλιεργούμενων εκτάσεων θα μπορούσε να επηρεάσει τη μελλοντική παραγωγική δυναμικότητα του κλάδου.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις