Η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά στη μεγαλύτερη αναδιάρθρωση της αγροτικής πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών. Η συμφωνία των υπουργών Γεωργίας ανοίγει τον δρόμο για νέες ενισχύσεις, περισσότερες εθνικές αρμοδιότητες και διαφορετική κατανομή των πόρων. Εκείνο που δεν εξασφαλίζει ακόμη είναι το βασικότερο, πόσα χρήματα θα φτάσουν τελικά στους παραγωγούς.
Στις Βρυξέλλες συμφώνησαν πώς θα λειτουργεί η ευρωπαϊκή γεωργική πολιτική μετά το 2027. Δεν συμφώνησαν, όμως, πόσο θα κοστίζει. Η νέα ΚΑΠ 2028–2034 απέκτησε τη Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026, στο Λουξεμβούργο, την πρώτη κοινή διαπραγματευτική θέση των υπουργών Γεωργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να έχουν κλείσει οι αποφάσεις για τον προϋπολογισμό, τη σταδιακή μείωση των ενισχύσεων και τα ανώτατα όρια πληρωμών. Για εκατομμύρια γεωργούς, επομένως, οι κανόνες αρχίζουν να διαμορφώνονται, ενώ το ύψος της μελλοντικής εισοδηματικής στήριξης παραμένει άγνωστο.
Πρόκειται για μια συμφωνία με πραγματική πολιτική βαρύτητα, αλλά και με ένα εμφανές κενό. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική, που από το 1962 αποτέλεσε έναν από τους σταθερότερους μηχανισμούς της ευρωπαϊκής ενοποίησης, ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τη γνώριμη χρηματοδοτική της αρχιτεκτονική. Οι δύο πυλώνες της εντάσσονται σε μια νέα ενιαία δομή, τα κράτη-μέλη αποκτούν μεγαλύτερη ευχέρεια σχεδιασμού και οι πληρωμές προσανατολίζονται περισσότερο προς τους ενεργούς, νέους και μικρούς αγρότες. Η μεγαλύτερη αλλαγή, ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο στον τρόπο κατανομής των επιδοτήσεων. Βρίσκεται στο ποιος θα αποφασίζει ολοένα και περισσότερο για την κατανομή τους.

Η ιρλανδική Προεδρία του Συμβουλίου, υπό τον υπουργό Γεωργίας Martin Heydon, χαρακτήρισε την απόφαση σημαντικό ορόσημο για τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα της ευρωπαϊκής γεωργίας. Απέναντι σε αυτή την αισιόδοξη ανάγνωση βρίσκεται η ανησυχία των ευρωπαϊκών αγροτικών οργανώσεων, οι οποίες βλέπουν την Ευρώπη να συζητά μια νέα πολιτική χωρίς να έχει διασφαλίσει τους πόρους που απαιτούνται για να τη χρηματοδοτήσει.
Η διάσταση αυτή αποτυπώνει το κεντρικό παράδοξο της διαπραγμάτευσης. Το Συμβούλιο γνωρίζει σε μεγάλο βαθμό ποια ΚΑΠ επιθυμεί. Δεν γνωρίζει ακόμη ποια ΚΑΠ θα μπορεί να πληρώσει.
Η συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου δεν αποτελεί οριστική νομοθετική έγκριση. Είναι η μερική διαπραγματευτική θέση του Συμβουλίου, η οποία θα αποτελέσει τη βάση των συζητήσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο χαρακτηρισμός «μερική» έχει ουσιαστική σημασία, καθώς οι δημοσιονομικές και ορισμένες οριζόντιες διατάξεις παραμένουν εκτός και θα εξεταστούν στο πλαίσιο του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου 2028–2034.
Στο επίκεντρο της μεταρρύθμισης βρίσκεται η αναδιοργάνωση των δύο υφιστάμενων ταμείων, του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ). Η σημερινή διάκριση ανάμεσα στις άμεσες ενισχύσεις και στην αγροτική ανάπτυξη προβλέπεται να καταργηθεί σε επίπεδο χρηματοδοτικής δομής, χωρίς να εξαφανιστούν κατ' ανάγκην τα αντίστοιχα εργαλεία.
Στη θέση της δημιουργείται ένα ευρύτερο σύστημα Εθνικών και Περιφερειακών Σχεδίων Εταιρικής Σχέσης, μέσα στο οποίο κάθε κράτος-μέλος θα οργανώνει παρεμβάσεις για τη γεωργία, τη συνοχή, την αλιεία και άλλες ευρωπαϊκές προτεραιότητες.
Η αλλαγή αυτή ενδέχεται να αποδειχθεί βαθύτερη από μια διοικητική απλούστευση. Μέχρι σήμερα, η ΚΑΠ διαθέτει διακριτή χρηματοδοτική ταυτότητα. Στο προτεινόμενο μοντέλο, σημαντικό μέρος της εφαρμογής και του σχεδιασμού της συνδέεται με ένα ευρύτερο εθνικό πρόγραμμα.
Αυτό παρέχει στις κυβερνήσεις μεγαλύτερη δυνατότητα να προσαρμόζουν τα μέτρα στις ανάγκες της δικής τους παραγωγής. Ταυτόχρονα, δημιουργεί ένα δύσκολο πολιτικό ερώτημα. Πόσο κοινή μπορεί να παραμείνει μια ευρωπαϊκή αγροτική πολιτική όταν οι εθνικές επιλογές αποκτούν τόσο καθοριστικό ρόλο;
Το ζήτημα δεν περιορίζεται στην αρχιτεκτονική των ταμείων. Αγγίζει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στους παραγωγούς των 27 κρατών-μελών, τη συνέχεια των αγροτικών επενδύσεων και την ικανότητα των εθνικών διοικήσεων να αξιοποιήσουν τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία.
Στην εισοδηματική στήριξη, το Συμβούλιο στηρίζει τη μετάβαση στο DABIS, ένα νέο σύστημα πληρωμών βάσει επιλέξιμης έκτασης, με λογική φθίνουσας ενίσχυσης. Προβλέπεται επίσης η δυνατότητα αναδιανεμητικής πληρωμής υπέρ μικρότερων εκμεταλλεύσεων, κατά το πρότυπο της σημερινής συμπληρωματικής αναδιανεμητικής ενίσχυσης.
Ο ορισμός του «ενεργού γεωργού» θα είναι υποχρεωτικός για όλα τα κράτη-μέλη, αλλά το ακριβές περιεχόμενό του θα μπορεί να προσαρμόζεται στις εθνικές συνθήκες. Πρόκειται για σημαντική μεταβολή, καθώς το ποιος αναγνωρίζεται ως πραγματικά ενεργός παραγωγός επηρεάζει άμεσα την πρόσβαση στους κοινοτικούς πόρους.
Για τους νέους αγρότες, το Συμβούλιο προβλέπει υψηλότερη στήριξη μέσω του DABIS, ενισχύσεις εγκατάστασης, εθνικές στρατηγικές ανανέωσης των γενεών και ειδικά πακέτα εκκίνησης. Παράλληλα, ενισχύεται το θεσμικό πλαίσιο για εργαλεία ασφάλισης, αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών και διαχείρισης κρίσεων που συνδέονται με ζωικές και φυτικές ασθένειες.
Στις δυνατότητες των κρατών-μελών προστίθενται ακόμη υπηρεσίες προσωρινής αναπλήρωσης της αγροτικής εργασίας σε περιπτώσεις ασθένειας ή οικογενειακής άδειας, ενώ προβλέπεται η συνέχιση παρεμβάσεων για τον αγροτουρισμό, την καινοτομία και την ψηφιοποίηση της υπαίθρου.
Η κατεύθυνση είναι σαφής. Η επόμενη ΚΑΠ φιλοδοξεί να πληρώνει περισσότερο στοχευμένα, να απαιτεί πραγματική παραγωγική δραστηριότητα και να συνδέει την ενίσχυση με την ανθεκτικότητα της εκμετάλλευσης. Εκείνο που παραμένει ανοιχτό είναι οι τελικοί συντελεστές, τα χρηματικά όρια και η διαθέσιμη χρηματοδότηση.
Πίσω από την τεχνική συζήτηση βρίσκεται μια πολύ πιο δύσκολη εξίσωση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει να διατεθούν τουλάχιστον 293,7 δισ. ευρώ για την εισοδηματική στήριξη των γεωργών στη νέα επταετία. Μαζί με τον προβλεπόμενο μηχανισμό αντιμετώπισης κρίσεων, η προστατευμένη χρηματοδοτική βάση προσεγγίζει τα 300 δισ. ευρώ.
Η Κομισιόν υποστηρίζει ότι δεν πρόκειται για το σύνολο των δυνητικών αγροτικών δαπανών. Μέσα από τα Εθνικά και Περιφερειακά Σχέδια θα υπάρχει δυνατότητα πρόσθετων επενδύσεων, ενώ προβλέπεται και διάθεση τουλάχιστον 10% των μη δεσμευμένων πόρων για την ανάπτυξη αγροτικών περιοχών.
Υπάρχει, όμως, μια ουσιώδης διαφορά ανάμεσα σε ένα ποσό που δεσμεύεται αποκλειστικά για τη γεωργία και σε χρηματοδότηση την οποία μια κυβέρνηση θα μπορεί να κατευθύνει στη γεωργία, εφόσον το επιλέξει.
Το πρώτο παρέχει μια ελάχιστη εγγύηση. Το δεύτερο εξαρτάται από πολιτικές αποφάσεις, ανταγωνιστικές προτεραιότητες και τη δυνατότητα κάθε χώρας να σχεδιάσει και να υλοποιήσει τις παρεμβάσεις της.
Η διάκριση αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της σύγκρουσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των ευρωπαϊκών αγροτικών οργανώσεων. Οι Copa και Cogeca, στην ανακοίνωσή τους της 27ης Οκτωβρίου, αναγνωρίζουν την πρόοδο που σημειώθηκε σε τεχνικά ζητήματα, αλλά θεωρούν ότι η συμφωνία ανατρέπει τη λογική με την οποία θα έπρεπε να σχεδιάζεται η αγροτική πολιτική.
Η χαρακτηριστική τους διατύπωση, ότι η Ευρώπη βάζει το κάρο μπροστά από το άλογο, δεν αφορά μόνο τα χρήματα. Αφορά την αβεβαιότητα γύρω από τον κοινό χαρακτήρα της πολιτικής και τον τρόπο εφαρμογής της. Η διατήρηση του προϋπολογισμού και της αυτονομίας της ΚΑΠ είχε αποτελέσει κεντρικό αίτημα και στη Διακήρυξη της Στοκχόλμης της 15ης Οκτωβρίου.
Οι οργανώσεις προειδοποιούν για περικοπές που, με βάση τις δικές τους συγκρίσεις, υπερβαίνουν το 20% σε πολλές χώρες. Πρόκειται για εκτιμήσεις του αγροτικού κλάδου και όχι για ήδη εγκεκριμένη μείωση των ελληνικών ή ευρωπαϊκών ενισχύσεων. Το τελικό αποτέλεσμα εξαρτάται τόσο από τον νέο προϋπολογισμό όσο και από τη μεθοδολογία σύγκρισης με την τρέχουσα περίοδο.

Η ανησυχία, πάντως, δεν περιορίζεται στους εκπροσώπους των παραγωγών.Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, στην αξιολόγηση του νέου δημοσιονομικού πλαισίου, έχει επισημάνει ότι η συγκέντρωση διαφορετικών ευρωπαϊκών πολιτικών σε ένα κοινό χρηματοδοτικό σχήμα μπορεί να προκαλέσει συγκρούσεις προτεραιοτήτων. Προειδοποιεί επίσης ότι μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στα εθνικά σχέδια ενδέχεται να επηρεάσουν τον ανταγωνισμό και να δημιουργήσουν άνισους όρους για τους γεωργούς της ενιαίας αγοράς.
Με άλλα λόγια, η μεγαλύτερη εθνική ευελιξία δεν οδηγεί αυτομάτως σε αποτελεσματικότερη πολιτική. Μπορεί να βοηθήσει μια χώρα να αντιμετωπίσει τις ιδιαιτερότητες της γεωργίας της, μπορεί όμως και να μεταφέρει μεγαλύτερο βάρος στις εθνικές διοικήσεις.
Η αγροτική παραγωγή, εξάλλου, δεν λειτουργεί με τους χρόνους των δημοσιονομικών διαπραγματεύσεων. Μια πολυετής επένδυση σε μηχανήματα, αρδευτικές υποδομές ή κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις προϋποθέτει προβλέψιμες συνθήκες. Η αβεβαιότητα για το ύψος των ενισχύσεων δεν αποτελεί αφηρημένο θεσμικό πρόβλημα. Επηρεάζει τον σχεδιασμό της εκμετάλλευσης, τη χρηματοδότησή της και την απόφαση για συνέχιση ή επέκταση της παραγωγής.

Την ίδια στιγμή, ο Επίτροπος Γεωργίας Christophe Hansen επιμένει στην ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητας της ευρωπαϊκής γεωργίας απέναντι στην κλιματική αλλαγή. Με εκτιμώμενες γεωργικές απώλειες 28,3 δισ. ευρώ ετησίως από κλιματικά φαινόμενα, όπως αναφέρεται στα στοιχεία που παρουσιάζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η πρόληψη, η ασφάλιση και η διαχείριση των υδάτων αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία.
Εδώ ανακύπτει μια δεύτερη αντίφαση η Ευρώπη ζητά από τους αγρότες να επενδύσουν περισσότερο στην ανθεκτικότητα της παραγωγής τους, ενώ η χρηματοδοτική ασφάλεια της ίδιας της αγροτικής πολιτικής παραμένει αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Για την Αθήνα, το αποτέλεσμα του Λουξεμβούργου αποτελεί πολιτικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Μαργαρίτης Σχοινάς υποστήριξε, στις 27 Οκτωβρίου, ότι διατηρούνται τα βασικά εργαλεία εισοδηματικής στήριξης και διευρύνεται η δυνατότητα των κρατών-μελών να προσαρμόζουν τις παρεμβάσεις στις ιδιαίτερες ανάγκες τους.
Ειδική αναφορά έκανε στις μικρές γεωργικές εκμεταλλεύσεις και στις ορεινές και νησιωτικές περιοχές. Αναγνώρισε, παράλληλα, ότι η συμφωνία δεν καθορίζει το ύψος της χρηματοδότησης και ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να διεκδικεί μια επαρκώς χρηματοδοτούμενη ΚΑΠ.
Από αυτή την παραδοχή ξεκινά η ουσιαστική ελληνική διαπραγμάτευση.Η δυνατότητα σχεδιασμού ειδικών μέτρων για τις μικρές εκμεταλλεύσεις αποτελεί θετική προοπτική. Δεν αποτελεί, όμως, εγγύηση ότι οι συγκεκριμένες εκμεταλλεύσεις θα εισπράττουν μεγαλύτερα ποσά. Αντίστοιχα, η υποχρεωτική θέσπιση ορισμού του ενεργού γεωργού μπορεί να περιορίσει τη στήριξη σε δικαιούχους χωρίς ουσιαστική παραγωγική δραστηριότητα, αλλά η αποτελεσματικότητά της θα εξαρτηθεί από τα κριτήρια, τα δεδομένα και τους ελέγχους.
Ωστόσο για την Ελλάδα, μια χώρα με κατακερματισμένο αγροτικό κλήρο, σημαντικές διαφορές παραγωγικού κόστους και μεγάλες ανάγκες σε αρδευτικές υποδομές, οι επιλογές αυτές δεν είναι δευτερεύουσες.
Αφορούν άμεσα τη σχέση ανάμεσα στην έκταση και στην πραγματική παραγωγή, την αντιμετώπιση της ορεινότητας και της νησιωτικότητας, τη στήριξη των νέων αγροτών και τον τρόπο χρηματοδότησης των επενδύσεων.
Αφορούν επίσης την ελληνική κτηνοτροφία, η οποία καλείται να αντιμετωπίσει ζωονόσους, κλιματικές πιέσεις και αυξημένο κόστος λειτουργίας. Η δυνατότητα χρηματοδότησης εργαλείων ασφάλισης και διαχείρισης κινδύνων δημιουργεί μια νέα προοπτική, χωρίς να έχει ακόμη αποσαφηνιστεί πώς θα συνδεθεί με τα υφιστάμενα εθνικά συστήματα προστασίας.
Η Ελλάδα θα χρειαστεί επομένως να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα. Θα αξιοποιήσει τη νέα ευελιξία για να δημιουργήσει ένα πιο αποτελεσματικό σύστημα στήριξης της παραγωγής ή θα περιοριστεί στην ανακατανομή των διαθέσιμων ενισχύσεων;
Το πρώτο απαιτεί τεκμηριωμένο σχεδιασμό, αξιόπιστα στοιχεία και σταθερή διοικητική ικανότητα. Το δεύτερο ενέχει τον κίνδυνο να μεταφέρει τις υφιστάμενες αδυναμίες σε ένα καινούργιο θεσμικό πλαίσιο.
Η ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση, άλλωστε, δεν έχει ολοκληρωθεί. Μετά τη θέση του Συμβουλίου της ΕΕ ακολουθούν οι συνομιλίες με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενώ το καθοριστικό χρηματοδοτικό σκέλος θα κλείσει στο πλαίσιο της συμφωνίας για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο. Η Λιθουανική Προεδρία, το πρώτο εξάμηνο του 2027, αποτελεί τον επόμενο σημαντικό σταθμό για την προώθηση της νομοθετικής διαδικασίας.
Ο επιδιωκόμενος χρόνος έναρξης της νέας πολιτικής παραμένει η 1η Ιανουαρίου 2028. Πρόκειται, ωστόσο, για χρονοδιάγραμμα που προϋποθέτει την έγκαιρη ολοκλήρωση των ευρωπαϊκών αποφάσεων και την προετοιμασία των εθνικών σχεδίων.
Για την ώρα, δεν έχει αποφασιστεί ποιο θα είναι το τελικό ποσό των επιδοτήσεων που θα αντιστοιχεί στην Ελλάδα. Ούτε μπορεί να υπολογιστεί με ασφάλεια η πληρωμή ανά στρέμμα για την επόμενη περίοδο, αφού παραμένουν ανοικτές τόσο η κατανομή των πόρων όσο και οι τελικοί κανόνες εφαρμογής.
Η συμφωνία του Λουξεμβούργου δεν είναι ασήμαντη αποτυπώνει μια ουσιαστική μεταβολή της ευρωπαϊκής αγροτικής πολιτικής και διαμορφώνει το πεδίο πάνω στο οποίο θα κινηθούν οι επόμενες αποφάσεις. Δεν είναι, όμως, και η βεβαιότητα που περιμένουν οι παραγωγοί.
Η Κοινή Αγροτική Πολιτική γεννήθηκε για να προσφέρει σταθερότητα σε έναν τομέα που εξαρτάται από τη γη, τον καιρό και τις αγορές. Εξήντα τέσσερα χρόνια αργότερα, η Ευρώπη καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να διατηρήσει αυτή την υπόσχεση, σε μια εποχή που η γεωργία έχει περισσότερους κινδύνους και μεγαλύτερες ανάγκες.
Η νέα ΚΑΠ 2028–2034 θα κριθεί όχι μόνο από τα χρήματα που θα διαθέσει η Ευρώπη, αλλά και από το πόσα θα φτάσουν τελικά στον αγρότη. Στην Ελλάδα, όμως, υπάρχει και ένας λογαριασμός του παρελθόντος που παραμένει ανοιχτός. Χαμένες χρηματοδοτικές ευκαιρίες, χρόνιες αδυναμίες διαχείρισης και ευρωπαϊκά πρόστιμα και δημοσιονομικές διορθώσεις για αστοχίες του συστήματος αγροτικών ενισχύσεων συνθέτουν μια κληρονομιά ευθυνών που αγγίζει και τις παλαιότερες διοικήσεις του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης. Πρόκειται για ένα κόστος που σπάνια βρίσκει τη θέση που του αναλογεί στη δημόσια συζήτηση.
Στο Λουξεμβούργο άφησαν ανοιχτό τον λογαριασμό της επόμενης ΚΑΠ. Στην Αθήνα παραμένει ανεξόφλητος, σε επίπεδο πολιτικής λογοδοσίας, ο λογαριασμός της προηγούμενης. Και ο αγρότης εξακολουθεί να περιμένει απαντήσεις.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις