Ιχθυοκαλλιέργειες: Παραγωγή 865 εκατ. ευρώ και εξαγωγές σε 40 χώρες

Σε τροχιά ανάκαμψης επέστρεψε η ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια το 2025, καταγράφοντας αύξηση της παραγωγής και σημαντική βελτίωση των τιμών πώλησης. Ωστόσο, η θετική εικόνα της προηγούμενης χρονιάς συνοδεύεται πλέον από αυξανόμενη ανησυχία για το κόστος παραγωγής, καθώς οι ανατιμήσεις στις ιχθυοτροφές και την ενέργεια απειλούν να περιορίσουν τα περιθώρια των επιχειρήσεων και να οδηγήσουν σε νέες αυξήσεις τιμών.

Σύμφωνα με τη 12η Ετήσια Έκθεση Υδατοκαλλιέργειας, που δημοσίευσε η Ελληνική Οργάνωση Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας (ΕΛΟΠΥ), η παραγωγή ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας έφτασε το 2025 τους 126.500 τόνους, συνολικής αξίας 865 εκατ. ευρώ.

Σε σύγκριση με το 2024, ο όγκος παραγωγής αυξήθηκε κατά 4%, ενώ η αξία των πωλήσεων ενισχύθηκε σχεδόν κατά 16%, εξέλιξη που αποδίδεται σε σημαντικό βαθμό στις υψηλότερες τιμές των δύο βασικών ειδών της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας.

Ειδικότερα, η μέση τιμή της τσιπούρας αυξήθηκε κατά 10% και του λαβρακιού κατά 11%. Η άνοδος συνδέεται κυρίως με τη μειωμένη παραγωγή από τη βασική ανταγωνίστρια χώρα, αλλά και με τις συνεχιζόμενες πληθωριστικές πιέσεις.

Την ίδια περίοδο, οι τιμές καταναλωτή στην κατηγορία προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκαν κατά 3%, έπειτα από σωρευτική άνοδο άνω του 20% την περίοδο 2020-2024.

Η ανάκαμψη αποτυπώνεται και στις εξαγωγικές επιδόσεις, καθώς η ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια εξακολουθεί να διαθέτει το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με την έκθεση, το 82% της παραγωγής κατευθύνθηκε σε 40 διεθνείς αγορές. Ειδικότερα, οι εξαγωγές τσιπούρας και λαβρακιού ανήλθαν σε 97.400 τόνους, συνολικής αξίας 672 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 4% σε ποσότητα και 15% σε αξία.

Η Ιταλία, η Ισπανία και η Γαλλία εξακολουθούν να αποτελούν τους παραδοσιακούς προορισμούς των ελληνικών ψαριών. Ωστόσο, τα τελευταία δύο χρόνια ενισχύεται σημαντικά η παρουσία του Ισραήλ, το οποίο έχει αναδειχθεί στην τέταρτη μεγαλύτερη εξαγωγική αγορά του κλάδου.

Η βελτίωση των οικονομικών αποτελεσμάτων συνοδεύεται από κινητικότητα και στο επενδυτικό πεδίο. Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, η πρόοδος στην επιχειρηματική αναδιάρθρωση έχει συμβάλει στη σταθεροποίηση του κλάδου και στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών.

Στο πλαίσιο αυτό έχουν εγκριθεί επενδυτικά σχέδια συνολικού προϋπολογισμού 131 εκατ. ευρώ, τα οποία συγχρηματοδοτούνται από το Πρόγραμμα «Αλιεία, Υδατοκαλλιέργεια και Θάλασσα».

Παρά τη θετική πορεία της παραγωγής και των εξαγωγών, η εικόνα για το 2026 εμφανίζεται πιο σύνθετη.

Οι αυξήσεις στις τιμές των ιχθυοτροφών επιβαρύνουν ήδη το κόστος παραγωγής, ενώ πρόσθετες πιέσεις προκαλεί η ενέργεια, επηρεάζοντας όχι μόνο τη λειτουργία των μονάδων αλλά και τη συσκευασία, τη συντήρηση και τη μεταφορά των προϊόντων.

«Έπειτα από δύο διαδοχικά έτη υποχώρησης, η παραγωγή της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας ανέκαμψε, σε μια περίοδο περιορισμένης προσφοράς από τις ανταγωνίστριες χώρες. Αυτό οδήγησε στην βελτίωση των τιμών και κατ’ επέκταση στην ενίσχυση των οικονομικών αποτελεσμάτων του κλάδου», ανέφερε ο διευθυντής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της ΕΛΟΠΥ, Γιάννης Πελεκανάκης.

Όπως υπογράμμισε, από τις αρχές του 2026 οι επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με νέο κύμα επιβαρύνσεων.

«Οι ανατιμήσεις στις ιχθυοτροφές έχουν ήδη αυξήσει το κόστος παραγωγής κατά 10%, ενώ αναμένονται πρόσθετες επιβαρύνσεις το 2027», επισήμανε, προσθέτοντας ότι η άνοδος του ενεργειακού κόστους επηρεάζει ολόκληρη την παραγωγική αλυσίδα.

Το ενδεχόμενο νέων ανατιμήσεων στα προϊόντα ιχθυοκαλλιέργειας παραμένει ανοιχτό, καθώς οι επιχειρήσεις προσπαθούν να απορροφήσουν μέρος των επιβαρύνσεων, χωρίς όμως να διαθέτουν απεριόριστα περιθώρια.

«Η συσσώρευση των επιβαρύνσεων, ωστόσο, περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια διατήρησης των τιμών στα υφιστάμενα επίπεδα. Η έκταση και ο χρόνος ενδεχόμενων αναπροσαρμογών θα εξαρτηθούν από την εξέλιξη του κόστους και τις συνθήκες της αγοράς», σημείωσε ο κ. Πελεκανάκης.

Πέρα από το κόστος, σημαντική εκκρεμότητα για τον κλάδο παραμένει το χωροταξικό πλαίσιο των υδατοκαλλιεργειών.

Σύμφωνα με την ΕΛΟΠΥ, οι καθυστερήσεις τόσο στην εφαρμογή όσο και στην αναθεώρηση του υφιστάμενου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου συντηρούν την αβεβαιότητα και δυσκολεύουν τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό νέων επενδύσεων.

Έτσι, παρά την ανάκαμψη της παραγωγής, τις υψηλότερες εξαγωγές και την έγκριση νέων επενδυτικών σχεδίων, η ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια εισέρχεται στην επόμενη περίοδο με δύο βασικές προκλήσεις: τη συγκράτηση του αυξανόμενου κόστους παραγωγής και την επίλυση των θεσμικών εκκρεμοτήτων που επηρεάζουν την ανάπτυξη των επιχειρήσεων.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις