Σημαντική αύξηση καταγράφουν οι αγροτικές ενισχύσεις σε παγκόσμιο επίπεδο, με τη συνολική στήριξη του πρωτογενούς τομέα να φτάνει τα 950 δισ. δολάρια το 2025, αυξημένη σχεδόν κατά 15% σε σύγκριση με το 2023. Ωστόσο, παρά την ενίσχυση της χρηματοδότησης, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) προειδοποιεί ότι μεγάλο μέρος των μέτρων εξακολουθεί να επηρεάζει τον ανταγωνισμό και τη διαμόρφωση των τιμών, χωρίς να αντιμετωπίζει επαρκώς τις μακροπρόθεσμες ανάγκες της γεωργίας.
Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του ΟΟΣΑ, που δημοσιοποιήθηκε σήμερα, Δευτέρα, η συνολική αγροτική στήριξη στις 56 χώρες που εξετάζονται αυξήθηκε σημαντικά κατά την τελευταία διετία.
Ως ποσοστό της αξίας της αγροτικής παραγωγής, οι ενισχύσεις διαμορφώθηκαν στο 19,1% το 2025, έναντι 17,6% το 2023, επιστρέφοντας ουσιαστικά στα επίπεδα του 2008.
Η εικόνα, ωστόσο, διαφέρει σημαντικά μεταξύ των χωρών, τόσο ως προς το ύψος της στήριξης όσο και ως προς τον τρόπο με τον οποίο κατευθύνονται οι διαθέσιμοι πόροι.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η στήριξη των αγροτών αντιστοιχούσε κατά μέσο όρο στο 17,4% των ακαθάριστων αγροτικών εσόδων την περίοδο 2023-2025.
Το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο από τα επίπεδα που καταγράφονταν στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν πλησίαζε το 30%, παραμένει όμως υψηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, ο οποίος βρίσκεται λίγο κάτω από το 13%.
Αντίθετα, στις Ηνωμένες Πολιτείες η αντίστοιχη στήριξη περιορίζεται στο 8% των ακαθάριστων αγροτικών εσόδων, έναντι σχεδόν 20% στις αρχές του αιώνα.
Ακόμη μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις εμφανίζονται σε άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες. Στην Ιαπωνία οι ενισχύσεις ξεπερνούν το 35% των ακαθάριστων αγροτικών εσόδων, ενώ στη Νότια Κορέα, τη Νορβηγία και την Ελβετία υπερβαίνουν το 40%. Στην Ισλανδία φτάνουν το 52%.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Κίνας, η οποία διαδραματίζει ολοένα σημαντικότερο ρόλο στη διαμόρφωση της παγκόσμιας αγροτικής πολιτικής.
Κατά την περίοδο 2023-2025, η στήριξη των Κινέζων παραγωγών αντιστοιχούσε στο 13,5% των ακαθάριστων αγροτικών εσόδων, ποσοστό υπερτριπλάσιο σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας του 2000.
Συνολικά, οι αναδυόμενες οικονομίες αντιπροσωπεύουν πλέον το 67% της αγροτικής παραγωγής στις χώρες που εξετάζει η έκθεση και απορροφούν το 58% της συνολικής στήριξης, γεγονός που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την αύξηση των ενισχύσεων τα τελευταία χρόνια.
Παρά την αύξηση των διαθέσιμων πόρων, ο ΟΟΣΑ εκφράζει προβληματισμό για τον τρόπο κατανομής τους.
Σχεδόν το ήμισυ της συνολικής στήριξης συνδέεται με μηχανισμούς που επηρεάζουν τις τιμές των αγροτικών προϊόντων, πρακτική που, σύμφωνα με τον Οργανισμό, μπορεί να προκαλεί στρεβλώσεις στο διεθνές εμπόριο και να περιορίζει την προσαρμογή των παραγωγών στις συνθήκες της αγοράς.
Την ίδια στιγμή, διαπιστώνεται υποχώρηση της σχετικής βαρύτητας των επενδύσεων σε υποδομές και υπηρεσίες που μπορούν να ενισχύσουν μακροπρόθεσμα την παραγωγικότητα.
Οι δαπάνες για υποδομές, όπως τα αρδευτικά έργα, αλλά και για έρευνα και καινοτομία αντιστοιχούσαν μόλις στο 2,4% της αξίας της αγροτικής παραγωγής την περίοδο 2023-2025, έναντι 4,6% την περίοδο 2000-2002.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς ο ρυθμός αύξησης της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών στη γεωργία έχει επιβραδυνθεί αισθητά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, από 1,8% ετησίως την περίοδο 1991-2000 περιορίστηκε στο 0,8% την περίοδο 2014-2023.
Περιορισμένη παραμένει και η σύνδεση των αγροτικών ενισχύσεων με περιβαλλοντικές πρακτικές.
Μόλις το 5,7% των ενισχύσεων προς τους παραγωγούς στις χώρες της μελέτης εξαρτάται από την εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων για το περιβάλλον, ενώ ένα επιπλέον 15% συνδέεται με την τήρηση κανονιστικών ή συμπληρωματικών απαιτήσεων.
Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι οι ολοένα συχνότερες διεθνείς κρίσεις και οι αυξημένες διακυμάνσεις στις αγορές καθιστούν αναγκαία τη μετάβαση από τις βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις σε περισσότερο προβλέψιμες πολιτικές με μακροπρόθεσμο προσανατολισμό.
Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι η αύξηση των αγροτικών ενισχύσεων δεν αρκεί από μόνη της για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας του πρωτογενούς τομέα. Η αποτελεσματικότητα της στήριξης εξαρτάται και από το κατά πόσο οι πόροι κατευθύνονται σε επενδύσεις, υποδομές, έρευνα και πρακτικές που βελτιώνουν την παραγωγικότητα και τη δυνατότητα προσαρμογής των γεωργικών εκμεταλλεύσεων.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις