Στις εισαγωγές στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό η Ελλάδα για να καλύψει τις ανάγκες της σε σιτηρά, καθώς η εγχώρια παραγωγή δεν επαρκεί για την τροφοδοσία της αγοράς. Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στο σιτάρι, όπου περισσότερο από το μισό των αναγκών καλύπτεται από το εξωτερικό, ενώ στο καλαμπόκι το αντίστοιχο ποσοστό προσεγγίζει το 40%.
Την εξάρτηση της ελληνικής αγοράς από τις εισαγωγές ανέδειξε ο Απόστολος Ανθομελίδης, από την εταιρεία Νιτσιάκος, κατά τη διάρκεια του συνεδρίου Grain Academy, που πραγματοποιήθηκε στις 22 Οκτωβρίου στη Σόφια.
Όπως ανέφερε, το 2025 η εγχώρια παραγωγή κάλυψε περίπου το 62% των αναγκών της χώρας σε καλαμπόκι, ενώ στην περίπτωση του σιταριού το ποσοστό κάλυψης διαμορφώθηκε κάτω από το 50%.
Η εικόνα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική κτηνοτροφία, καθώς μεγάλες ποσότητες σιτηρών κατευθύνονται στην παραγωγή ζωοτροφών. Παράλληλα, υψηλή παραμένει η εξάρτηση από εισαγόμενες πρωτεϊνούχες πρώτες ύλες, απαραίτητες για την παρασκευή ζωοτροφών.
Για τις επιχειρήσεις του κλάδου, η εξασφάλιση επαρκών ποσοτήτων αποτελεί διαρκή πρόκληση, ιδιαίτερα σε περιόδους αναταραχών στο διεθνές εμπόριο.
Οι εξελίξεις στη Μαύρη Θάλασσα, οι δυσκολίες στις μεταφορές και οι διακυμάνσεις του κόστους εφοδιασμού μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την τροφοδοσία της ελληνικής αγοράς. Για τον λόγο αυτό, οι εμπορικές σχέσεις με χώρες των Βαλκανίων αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς αποτελούν σημαντική πηγή προμήθειας σιτηρών.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις επισημάνσεις του κ. Ανθομελίδη, το βασικό κριτήριο για την επιλογή προμηθευτή δεν είναι πλέον μόνο η τιμή.
Η ποιότητα των προϊόντων, η συνέπεια στις παραδόσεις και η δυνατότητα κάλυψης των αναγκών σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα επηρεάζουν ολοένα περισσότερο τις αποφάσεις των επιχειρήσεων.
Μια καθυστέρηση στην άφιξη φορτίων μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στη λειτουργία μιας βιομηχανίας ζωοτροφών ή στην τροφοδοσία μιας κτηνοτροφικής μονάδας. Επομένως, η αναμονή για χαμηλότερες τιμές δεν αποτελεί πάντοτε συμφέρουσα επιλογή, ιδιαίτερα όταν διακυβεύεται η ομαλή συνέχιση της παραγωγής.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι ελληνικές επιχειρήσεις αναζητούν τρόπους να περιορίσουν την έκθεσή τους σε ενδεχόμενες διαταραχές της αγοράς.
Η συνεργασία με περισσότερους προμηθευτές, η διατήρηση σταθερών εμπορικών σχέσεων και η δημιουργία επαρκών αποθεμάτων αποτελούν βασικές επιλογές για την εξασφάλιση πρώτων υλών.
Η διατήρηση αποθεμάτων, ωστόσο, έχει και οικονομικό κόστος. Οι επιχειρήσεις χρειάζονται μεγαλύτερα κεφάλαια κίνησης για να χρηματοδοτήσουν τις αγορές τους, γεγονός που τις υποχρεώνει να αναζητούν ισορροπία ανάμεσα στην ασφάλεια εφοδιασμού και στις χρηματοδοτικές τους δυνατότητες.
Σημαντικό ζήτημα αποτελεί και ο τρόπος μεταφοράς των σιτηρών προς τη χώρα μας.
Η ανάπτυξη εναλλακτικών διαδρομών, ιδιαίτερα μέσω σιδηροδρομικών συνδέσεων, θα μπορούσε να διευκολύνει την τροφοδοσία της αγοράς και να περιορίσει την εξάρτηση από συγκεκριμένους μεταφορικούς διαύλους.
Προς το παρόν, όμως, οι περιορισμένες δυνατότητες των υποδομών και το υψηλό κόστος των διασυνοριακών μεταφορών εξακολουθούν να δυσκολεύουν την ευρύτερη αξιοποίηση του σιδηροδρόμου.
Με την αβεβαιότητα γύρω από τις εμπορικές διαδρομές της Μαύρης Θάλασσας να παραμένει, η διασφάλιση σταθερών εισαγωγών σιτηρών και πρώτων υλών ζωοτροφών αναδεικνύεται σε κρίσιμο ζήτημα για την ελληνική αγορά.
Για τις επιχειρήσεις μεταποίησης και τον κτηνοτροφικό τομέα, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η εξασφάλιση ανταγωνιστικών τιμών, αλλά και η δυνατότητα συνεχούς τροφοδοσίας, χωρίς καθυστερήσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την παραγωγική τους δραστηριότητα.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις