Βελτίωση της θέσης της Ελλάδας στον δείκτη ελκυστικότητας ανανεώσιμων πηγών ενέργειας της EY

Ωστόσο, η συμφόρηση των δικτύων μεταφοράς ενέργειας, θα χρειαστεί προσοχή, καθώς ενδέχεται να αποτελέσει πρόκληση για την περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ. Αυτό το συμπέρασμα προκύπτει από την 58η έκδοση της εξαμηνιαίας έκθεσης της ΕΥ, Renewable Energy Country Attractiveness Index (RECAI), η οποία περιλαμβάνει μια κατάταξη των 40 κορυφαίων αγορών παγκοσμίως, με βάση την ελκυστικότητα των ευκαιριών επένδυσης και ανάπτυξης ΑΠΕ.

Οι ΗΠΑ διατηρούν την κορυφαία θέση στην κατάταξη της EY, την οποία και αναμένεται να διατηρήσουν, καθώς ανακοινώνονται νέες πρωτοβουλίες υπό τον Πρόεδρο Μπάιντεν. Η ηπειρωτική Κίνα και η Ινδία παραμένουν στη δεύτερη και στην τρίτη θέση της κατάταξης, αντίστοιχα, καθώς διατηρείται το ευνοϊκό ρυθμιστικό και επενδυτικό περιβάλλον. Οι αγορές με τις καλύτερες επιδόσεις διατηρούν τη θέση τους, καθώς δεν καταγράφονται αλλαγές στη σύνθεση των οκτώ πρώτων θέσεων του δείκτη. Η Γαλλία αναρριχάται μια θέση, καταλαμβάνοντας την τέταρτη, με το Ηνωμένο Βασίλειο να πέφτει στην πέμπτη, ενώ η Γερμανία, από έβδομη στην κατάταξη, ξεπερνά την Αυστραλία και καταλαμβάνει την έκτη θέση, με την Ιαπωνία να παραμένει σταθερά στην όγδοη.

Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στην 24η θέση της κατάταξης, από την 26η θέση το προηγούμενο εξάμηνο, σημειώνοντας την καλύτερή της επίδοση διαχρονικά. Η έκθεση κάνει ειδική αναφορά στον τελευταίο διαγωνισμό για τις ΑΠΕ, που έλαβε χώρα τον Μάϊο και είχε ως αποτέλεσμα την ανάθεση συμβάσεων συνολικής ισχύος 350MW για ηλιακά φωτοβολταϊκά έργα έως 20MW, με μέση χρέωση 37,6 Euro/MWh. Τα τιμολόγια στη διαδικασία κυμαίνονταν από 32,97 έως 51,2 Euro/MWh. Αντίθετα, δεν απονεμήθηκε καμία σύμβαση για έργα αιολικής ενέργειας.

Σύμφωνα με την έκθεση, στην επιτυχημένη αυτή δημοπρασία συμμετείχαν 126 έργα ΑΠΕ, συνολικής ισχύος σχεδόν 1,1GW, και ο έντονος ανταγωνισμός για τις συμβάσεις ήταν μια ευπρόσδεκτη εξέλιξη μετά την περιορισμένη συμμετοχή κατά το παρελθόν. Με βάση το προηγούμενο καθεστώς, η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡAE) ήταν υποχρεωμένη να επεξεργάζεται τις άδειες παραγωγής όλων των έργων, με αποτέλεσμα να συσσωρευθούν αιτήσεις που ξεπερνούσαν τα 6GW. Αυτό οδήγησε σε ένα εξαιρετικά χαμηλό αριθμό αδειοδοτήσεων, με αποτέλεσμα να υπάρχουν λίγες προσφορές στις δημοπρασίες και να μην επιτυγχάνεται ο εκάστοτε στόχος συνολικής ισχύος προς διάθεση. Η περσινή μεταρρύθμιση του καθεστώτος αδειοδότησης και η καθιέρωση μιας ταχείας ψηφιοποιημένης διαδικασίας, οδήγησαν σε σημαντική βελτίωση των προοπτικών της αγοράς.

Μετά την απλοποίηση του συστήματος τον Σεπτέμβριο του 2019 και την έκρηξη των αιτήσεων για άδειες παραγωγής που ακολούθησε, η Ελλάδα εισήγαγε νομοθεσία βάσει της οποίας οι νέες αιτήσεις για άδειες, καθώς και αυτές που κατατέθηκαν τους τελευταίους 18 μήνες, πρέπει να συνοδεύονται από εγγυητικές επιστολές ύψους 35.000ευρώ/MW.

Από την αναδιάρθρωση της διαδικασίας αδειοδότησης, η ΡAE έχει λάβει αιτήσεις άνω των 85GW, αυξάνοντας τη συνολική ισχύ των εν δυνάμει επενδύσεων σε περισσότερα από 100GW. Τα περισσότερα από 100GW που βρίσκονται σε διαδικασία αδειοδότησης υπερβαίνουν κατά πολύ τα 19GW ΑΠΕ που χρειάζεται η χώρα για να επιτύχει τον στόχο που έχει θέσει για τη συμμετοχή τους στο μείγμα ηλεκτρικής ενέργειας κατά 61% μέχρι το 2030.

Καθώς τα ζητήματα περιβάλλοντος, κοινωνίας και διακυβέρνησης (ESG) εκτοξεύονται στην κορυφή της ατζέντας για τις επιχειρήσεις και τους επενδυτές, η έκθεση υπογραμμίζει, επίσης, ότι οι συμφωνίες αγοράς ενέργειας (power purchase agreements - PPA) αναδεικνύονται σε βασικό μοχλό ανάπτυξης της καθαρής ενέργειας. Ένας νέος δείκτης PPA, ο οποίος προστέθηκε σε αυτήν την έκδοση της έκθεσης, εστιάζει στην ελκυστικότητα της προμήθειας ΑΠΕ, αξιολογώντας την αναπτυξιακή δυναμική των συμφωνιών αγοράς ενέργειας στην κάθε χώρα. Στον πρώτο δείκτη PPA, η Ελλάδα καταλαμβάνει την 23η από τις 30 συνολικά θέσεις.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις