ΕΕ: Ανακάμπτει ο αγροτικός τομέας μετά την πανδημία - Οι κίνδυνοι για τα αγροτικά προϊόντα

Μολονότι απομένει ακόμα να φανούν οι επιπτώσεις της πρόσφατης έξαρσης των λοιμώξεων από COVID, προς το παρόν ο αγροδιατροφικός τομέας της ΕΕ έχει σε γενικές γραμμές ανακάμψει από την κρίση λόγω της πανδημίας μετά τη σταδιακή επαναλειτουργία των υπηρεσιών εστίασης και την άρση των συνδεόμενων με την κρίση περιορισμών στην κυκλοφορία προσώπων και αγαθών.

Οι γεωργικές αγορές της ΕΕ το 2021/22 ενισχύονται από τη δυναμική παγκόσμια ζήτηση που είχε ως αποτέλεσμα υψηλές παγκόσμιες τιμές. Ο δείκτης τιμών των τροφίμων του FAO, ο οποίος αποτυπώνει τις γεωργικές τιμές παγκοσμίως, ήταν κατά 27 % υψηλότερος σε ετήσια βάση τον Νοέμβριο του 2021.

Αυτή η αύξηση των γεωργικών τιμών αποτυπώνεται επίσης στις τιμές στην Ένωση: ο δείκτης τιμών της Eurostat για τα γεωργικά προϊόντα ήταν, κατά μέσο όρο, κατά το τρίτο τρίμηνο του 2021, 13 % υψηλότερος από ό,τι ένα έτος νωρίτερα.

Ωστόσο, ένας συνδυασμός παραγόντων, μεταξύ των οποίων η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας και η αυξημένη ζήτηση φυσικού αερίου, συνέβαλαν στην τρέχουσα εκτίναξη των τιμών της ενέργειας, ιδίως του φυσικού αερίου στην Ευρώπη, που έχουν φτάσει σε πρωτοφανή υψηλά επίπεδα. Η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας έχει ισχυρό αντίκτυπο στις τιμές των περισσότερων γεωργικών εισροών. Αυτό ισχύει ιδίως για τις τιμές των λιπασμάτων που υπερδιπλασιάστηκαν σε ένα έτος. Ο δείκτης τιμών λιπασμάτων της Παγκόσμιας Τράπεζας τον Νοέμβριο του 2021 παρουσίασε αύξηση κατά 165 % σε σύγκριση με τον Νοέμβριο του 2020

Αναλυτικότερα, η κατάσταση της παραγωγής των κύριων αγροτικών τομέων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως παρουσιάστηκε στην Δευτέρα 17 Ιανουαρίου στο Συμβούλιο Υπουργών Γεωργίας που συνεδρίασε στις Βρυξέλλες έχει ως εξής:

Σιτηρά – ελαιούχοι σπόροι

Η τελευταία πρόβλεψη για τη συνολική παραγωγή σιτηρών στην ΕΕ για το 2021/22 είναι τώρα 291 εκατομμύρια τόνοι, αύξηση κατά 3,4 % σε ετήσια βάση (+4,1 % σε σύγκριση με τον μέσο όρο πενταετίας), ιδίως χάρη στην ανάκαμψη της παραγωγής σίτου που εκτιμάται στα 130,6 εκατομμύρια τόνους (+7,3 % σε σύγκριση με τον μέσο όρο πενταετίας). Η παραγωγή αραβοσίτου προβλέπεται να φτάσει τα 69,4 εκατομμύρια τόνους, σημειώνοντας αύξηση 2,1 % σε ετήσια βάση (+3,1 % σε σύγκριση με τον μέσο όρο πενταετίας). Δεδομένης της χαμηλότερης παραγωγής χοίρειου κρέατος στην ΕΕ, η ζήτηση ζωοτροφών είναι ελαφρώς χαμηλότερη σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο εμπορίας, σημειώνοντας πτώση κατά 0,18 %. Οι τιμές των σιτηρών στην ΕΕ παραμένουν γενικά υψηλές λόγω της ισχυρής παγκόσμιας ζήτησης και της επιδείνωσης των συνθηκών καλλιέργειας στη Νότια Αμερική. Η παραγωγή ελαιούχων σπόρων στην ΕΕ εκτιμάται στα 30,5 εκατομμύρια τόνους το 2021/22. Αυτή η ετήσια αύξηση κατά 7 %, μετά την πτώση του 2020/21, αναμένεται να διευκολύνει την αγορά της ΕΕ παρέχοντας μεγαλύτερες διαθεσιμότητες, αν και η προσφορά ελαιοκράμβης αναμένεται να παραμείνει περιορισμένη λόγω των χαμηλών αρχικών αποθεμάτων. Παρά τις υψηλές τιμές, οι παραγωγοί σε ορισμένα τμήματα της Ένωσης, όπως στη Φινλανδία και στη Ρουμανία, δεν μπορούν να επωφεληθούν λόγω της μικρής συγκομιδής.

Ζαχαρότευτλα

Η πρόγνωση για την απόδοση των ζαχαρότευτλων στην ΕΕ το 2021/22 είναι πολύ ευνοϊκότερη από την περσινή περίοδο και επίσης 2,4 % πάνω από τον μέσο όρο πενταετίας, στους 75,4 τόνους/εκτάριο. Με την έκταση καλλιέργειας ζαχαρότευτλων στην ΕΕ να εκτιμάται στο 1,5 εκατομμύριο εκτάρια, η παραγωγή ζάχαρης στην ΕΕ θα μπορούσε να φτάσει τα 15,7 εκατομμύρια τόνους, δηλαδή 7 % περισσότερο από την προηγούμενη περίοδο. Οι παγκόσμιες τιμές παρέμειναν σχετικά υψηλές, ενώ η ενωσιακή ζάχαρη υπερέβη το όριο αναφοράς τον Οκτώβριο του 2017, φθάνοντας τα 417 ευρώ ανά τόνο.

Ρύζι

Όσον αφορά το ρύζι, η αγορά της ΕΕ είναι σχετικά ήρεμη, με σταθερές εισαγωγές, υψηλές εγχώριες τιμές και καλές καιρικές συνθήκες που συνέβαλαν στην ευνοϊκή συγκομιδή τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο. Η παγκόσμια αγορά ρυζιού χαρακτηρίζεται από υψηλές τιμές, χαμηλούς όγκους συναλλαγών και συνεχείς διαταραχές από τις ελλείψεις εμπορευματοκιβωτίων, το πολύ υψηλό κόστος αποστολής, τα σημεία συμφόρησης λόγω της COVID-19 (Ινδία, Ταϊλάνδη, Βιετνάμ και Καμπότζη) και τις πολιτικές διαμαρτυρίες (Μιανμάρ μετά το πραξικόπημα).

Ελαιόλαδο

Όσον αφορά το ελαιόλαδο, η παραγωγή στην ΕΕ το 2021/22 προβλέπεται να είναι κατά 4 % χαμηλότερη από την περσινή καλλιεργητική περίοδο, φτάνοντας σχεδόν τα 2 εκατομμύρια τόνους (3 % κάτω από τον μέσο όρο πενταετίας). Παρά τις μεγαλύτερες ροές προς τις ΗΠΑ, οι ενωσιακές εξαγωγές ελαιόλαδου κατά την περίοδο εμπορίας 2020/21 παρέμειναν μέτριες σε σύγκριση με προηγούμενα επίπεδα, αν και υπερέβαιναν κατά 18 % τον μέσο όρο πενταετίας. Η αναπλήρωση των αποθεμάτων σε ορισμένους εξαγωγικούς προορισμούς και η επαναλειτουργία των υπηρεσιών εστίασης αναμένεται να συμβάλουν σε υψηλότερες εξαγωγές, ενώ η κατανάλωση στην ΕΕ ενδέχεται να μειωθεί λόγω χαμηλότερης διαθεσιμότητας και τιμών άνω του μέσου όρου. Σε ορισμένες περιοχές της Ένωσης, όπως η Κροατία, ο τομέας επηρεάστηκε από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, επιπλέον του γενικότερου προβλήματος με τις υψηλές τιμές εισροών.

Αγορά γάλακτος

Η αγορά γάλακτος χαρακτηρίζεται από σταθερή ζήτηση και περιορισμένη προσφορά σε παγκόσμιο επίπεδο και στην ΕΕ. Οι μέσες τιμές νωπού γάλακτος στην ΕΕ αυξήθηκαν κάθε μήνα του 2021 και βρίσκονται πλέον στο υψηλότερο επίπεδό τους από τον Μάρτιο του 2014. Οι τιμές των γαλακτοκομικών προϊόντων στην ΕΕ υπερβαίνουν τις πρόσφατες και τις μεσοπρόθεσμες τιμές αναφοράς. Οι ενωσιακές εξαγωγές τυριών και ορού γάλακτος σε σκόνη σημείωσαν τις καλύτερες επιδόσεις φέτος. Η παραγωγή γάλακτος στην ΕΕ παρέμεινε σταθερή κατά τους πρώτους δέκα μήνες του 2021. Αυτό μεταφράστηκε σε διάφορες τάσεις στο χαρτοφυλάκιο γαλακτοκομικών προϊόντων: χαμηλότερη παραγωγή αποκορυφωμένου και πλήρους γάλακτος σε σκόνη, βουτύρου, γάλακτος που έχει υποστεί ζύμωση και γάλακτος κατανάλωσης αλλά υψηλότερη παραγωγή συμπυκνωμένου γάλακτος, τυριού και κρέμας γάλακτος. Οι ενωσιακές εξαγωγές γαλακτοκομικών προϊόντων παρέμειναν σχετικά σταθερές κατά τους πρώτους δέκα μήνες του 2021, με ποικίλες τάσεις ανάλογα με το προϊόν: χαμηλότερες εξαγωγές γάλακτος σε σκόνη και βουτύρου έναντι υψηλότερων εξαγωγών τυριού, συμπυκνωμένου γάλακτος και ορού γάλακτος σε σκόνη. Οι τιμές του νωπού γάλακτος στην ΕΕ συνέχισαν να αυξάνονται τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο, φθάνοντας σε επίπεδα πολύ υψηλότερα του μέσου όρου πενταετίας. Στην παγκόσμια αγορά οι ενωσιακές τιμές είναι σήμερα οι πιο ανταγωνιστικές για το τσένταρ, αλλά οι υψηλότερες για το πλήρες γάλα σε σκόνη και το βούτυρο. Οι τιμές της Ωκεανίας είναι οι πιο ανταγωνιστικές για το πλήρες γάλα σε σκόνη και οι τιμές των ΗΠΑ για το βούτυρο και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη.

Βοοειδή – χοίροι

Στις αγορές κρέατος, συνεχίζεται η θετική τάση των ενωσιακών τιμών των σφαγίων βοοειδών που παραμένουν σε πολύ υψηλά επίπεδα τα οποία διατηρούνται λόγω ισχυρής ζήτησης και περιορισμένης προσφοράς. Το εμπορικό ισοζύγιο για το βόειο κρέας είναι θετικό σε όγκο και αξία. Το χαμηλότερο σημείο της καμπύλης τιμών για τις τιμές των σφαγίων χοίρων είναι πια πίσω μας και οι τιμές των χοιριδίων αυξάνονται, αν και αμφότερες παραμένουν χαμηλές. Τα περιθώρια των παραγωγών μειώθηκαν περαιτέρω, ενώ η ενωσιακή παραγωγή αυξήθηκε σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Το εμπορικό ισοζύγιο της ΕΕ είναι θετικό, με υψηλές εξαγωγές, παρόλο που οι εξαγωγές προς την Κίνα επιβραδύνονται. Ακόμη και μετά το τέλος των χριστουγεννιάτικων διακοπών, από τα στοιχεία που ανέφεραν ορισμένα κράτη μέλη δεν αποδεικνύεται σαφώς ότι έχουμε φτάσει στο κατώτατο σημείο της καμπύλης τιμών και ότι το επίπεδο των τιμών παραμένει εξαιρετικά χαμηλό, αν και υπάρχουν ορισμένες αδύναμες ενδείξεις μεταστροφής.

Πουλερικά

Από τον Οκτώβριο, οι τιμές των πουλερικών στην ΕΕ αυξάνονται, φθάνοντας σε υψηλά επίπεδα χάρη στην ισχυρή εγχώρια ζήτηση και την περιορισμένη παραγωγή. Οι εξαγωγές της ΕΕ περιορίζονται λόγω των μακροχρόνιων περιορισμών που σχετίζονται με τη γρίπη των πτηνών, ενώ υπάρχει κίνδυνος να ασκηθούν περαιτέρω πιέσεις στις εξαγωγές της ΕΕ εξαιτίας του πρόσφατου κύματος εξάρσεων (π.χ. στην Πορτογαλία). Επιπλέον, ορισμένα κράτη μέλη, όπως η Σλοβακία, εξακολουθούν να αναφέρουν αυξημένες εισαγωγές από την Ουκρανία. Η κατάσταση απαιτεί στενή παρακολούθηση. Οι τιμές των αβγών έφτασαν στο υψηλότερο επίπεδό τους φέτος μετά από πολλές εβδομάδες σταθερών τιμών που υποστηρίχθηκαν από τη σταθερή εγχώρια ζήτηση, την αύξηση των εξαγωγών (+18 %) και τη μείωση των εισαγωγών (−25 %). Οι μέσες τιμές είναι σχεδόν 18 % υψηλότερες σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αν και κατά −3 % χαμηλότερες από τον ιστορικό μέσο όρο πενταετίας.

Πρόβατα

Η αγορά προβάτων της ΕΕ είναι σφιχτή και ο ανταγωνισμός για την εξασφάλιση του εφοδιασμού έντονος. Η παγκόσμια ζήτηση πριν από τα Χριστούγεννα αύξησε περαιτέρω τις τιμές των αρνιών.

Οίνος

Όσον αφορά τον οίνο, τα δυσμενή καιρικά φαινόμενα την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2021, που εναλλάσσονταν από παγετό σε πλημμύρες και ασθένειες της αμπέλου συνδεόμενες με αυτές τις κλιματικές συνθήκες, είχαν αντίκτυπο στη συγκομιδή οίνου της ΕΕ για το 2021. Η τελική παραγωγή της ΕΕ το 2021 εκτιμάται ότι ήταν κατά 13 % χαμηλότερη σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Η Γαλλία επλήγη ιδιαίτερα σοβαρά από τον παγετό, με προβλεπόμενη μείωση κατά 29 %.

Ωστόσο, η πολύ ισχυρή αύξηση των ενωσιακών εξαγωγών οίνου βοήθησε την αγορά να ανακάμψει. Οι εξαγωγές έφτασαν σε επίπεδα-ρεκόρ κατά την περίοδο 2020/21 (28,8 εκατ. εκατόλιτρα, συμπεριλαμβανομένων 4,1 εκατ. εκατόλιτρων που εξήχθησαν στο Ηνωμένο Βασίλειο) χάρη στη χαλάρωση των περιορισμών λόγω της COVID-19 και την αναστολή των πρόσθετων δασμών των ΗΠΑ. Η επαναφορά ορισμένων περιορισμών στον τομέα των ξενοδοχείων και της εστίασης λόγω της εξελισσόμενης πανδημίας COVID-19 σε ορισμένα κράτη μέλη δημιουργεί κάποια αβεβαιότητα βραχυπρόθεσμα.

Οπωροκηπευτικά

Όσον αφορά τον τομέα των οπωροκηπευτικών, οι τάσεις της αγοράς είναι ευνοϊκές για τα περισσότερα προϊόντα, η κατάσταση όμως είναι δυσκολότερη στην αγορά μήλων σε ορισμένα κράτη μέλη. Η συγκομιδή μήλων στην ΕΕ ήταν υψηλότερη από ό,τι το προηγούμενο έτος λόγω της πολύ γενναιόδωρης σοδειάς στην Πολωνία, γεγονός που ασκεί πίεση στις τιμές και αυξάνει το μερίδιο που προορίζεται για μεταποίηση. Η απαγόρευση που επέβαλε η Λευκορωσία σε ορισμένα γεωργικά προϊόντα από 1ης Ιανουαρίου 2022 μπορεί να αυξήσει την πίεση στην εν λόγω αγορά, καθώς τα προϊόντα που εξάγονται περισσότερο είναι τα μήλα και τα αχλάδια. Η Πολωνία αναμένει πως οι συνέπειες θα είναι σημαντικές για μια σειρά κηπευτικών προϊόντων, δεδομένου ότι οι εξαγωγές στη Λευκορωσία αποτελούν μεγάλο τμήμα των συνολικών πολωνικών εξαγωγών. Η παραγωγή πορτοκαλιών στην ΕΕ αναμένεται να μειωθεί ελαφρώς, επηρεαζόμενη από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες στην Ιταλία, καθώς τα νωπά πορτοκάλια συνεχίζουν να αντικαθιστούν την κατανάλωση επεξεργασμένου χυμού πορτοκαλιού. Όσον αφορά το διεθνές εμπόριο οπωροκηπευτικών, μετά από ένα έτος-ρεκόρ το 2020, οι εμπορικές ροές επηρεάστηκαν σε κάποιο βαθμό από το Brexit: η κατάσταση ανέκαμψε μετά τους δύσκολους πρώτους μήνες του 2021 και οι εξαγωγές προς χώρες εκτός ΕΕ μειώθηκαν τελικά μόνο κατά 4 % κατά τους πρώτους 8 μήνες σε ετήσια βάση. Ωστόσο, η εμπορική ροή με το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθεί να απαιτεί προσοχή, δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο αναμένεται να θεσπίσει έως τα μέσα του 2022, μετά από αρκετές αναβολές, πλήρεις συνοριακούς ελέγχους και απαιτήσεις πιστοποίησης για τους εξαγωγείς της ΕΕ.

 

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις