Ελαιόλαδο: Τα νέα ύψη των τιμών και η διακίνηση του τενεκέ

Τιμές ακόμη και 17 ευρώ “βλέπει” η αγορά για το ελαιόλαδο στο “ράφι” καθώς, ήδη, η τιμή παραγωγού έχει σκαρφαλώσει στα  8,5 ευρώ και οι προβλέψεις για τον όγκο της παραγωγής είναι δυσοίωνες.

Παράλληλα, πέρα από την τιμή παραγωγού, το κόστος τυποποίησης, τα μεταφορικά, τα περιθώρια στη χονδρική και τη λιανική καθώς και ο ΦΠΑ “σπρώχνουν” τις προβλέψεις για το επόμενο διάστημα στα “ύψη”. 

Άλλωστε, η τωρινή αυξημένη τιμή παραγωγού δεν έχει ακόμη περάσει στην  τιμή ραφιού καθώς οι ποσότητες που, ήδη, διατίθενται, έχουν αγοραστεί τον περασμένο Ιανουάριο, στα επίπεδα των 5 ευρώ. 

Ωστόσο, έως την περίοδο των Χριστουγέννων εκτιμάται ότι η αυξημένη τιμή παραγωγού στα 8,5 -8,7 ευρώ, θα έχει φανεί και στο ράφι. 

Βέβαια, μένει να “μετρηθεί”,  όμως ως ποιο βαθμό θα ανεβούν οι τιμές, καθώς λιανεμπόριο και βιομηχανία έχουν τη βούληση, όπως τονίζεται, να κινηθούν με όσο το δυνατόν λιγότερες αυξητικές τάσεις.

Στο κλίμα αυτό, την εβδομάδα, που πέρασε,  σε μια ενδιαφέρουσα ημερίδα, που διοργάνωσε η Εθνική Διεπαγγελματική Ένωση Ελαιολάδου, ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Τυποποίησης Ελαιολάδου και η  Επιστημονική Εταιρεία Εγκυκλοπαιδιστών Ελαιοκομίας, με θέμα “Επίκαιρα Ζητήματα της Νέας Ελαιοκομικής Περιόδου” κατατέθηκαν τα νέα δεδομένα της αγοράς, αλλά και οι εκτιμήσεις για την περαιτέρω πορεία της καλλιέργειας, που “σφραγίζει” τον πρωτογενή κλάδο παραγωγής στην Ελλάδα.

Έτσι, με βάση όσα τόνισε ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τυποποίησης Ελαιόλαδου (ΣΕΒΙΤΕΛ), κ.  Κωνσταντίνος Κουτσιούμπης, οι τιμές “ενδεχομένως να πάνε υψηλότερα”, τονίζοντας τη σημασία της μείωσης της παραγωγής στη διαμόρφωση των τιμών. 

Η παραγωγή θα είναι μειωμένη ενώ η νέα ελαιοκομική περίοδος κάνει έναρξη με τα χαμηλότερα ιστορικά αποθέματα σύμφωνα με τον πρόεδρο της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Ελαιολάδου (ΕΔΟΕ) κ. Μανώλη Γιαννούλη.

Στην Ισπανία, ειδικότερα, που είναι η μεγαλύτερη παραγωγός χώρα του πλανήτη, όπως αναφέρθηκε, η παραγωγή εκτιμάται ότι θα ανέλθει στις 700.000 τον. από 660.000 την περίοδο 2022/23 και 1.500.000 τόνους την περίοδο 2021/22. 

Παράλληλα, σημαντικά μειωμένη αναμένεται φέτος και η ελληνική παραγωγή, που φέτος έχει την “κακή της χρονιά” σε πολλές περιοχές, π.χ. Καλαμάτα, Κολυμβάρι. 

Πέρυσι, άλλωστε, υπήρχε σημαντική παραγωγή, κι έτσι με δεδομένη την “κυκλικότητα” στις χρονιές, φέτος, αναμένεται μείωση. Επίσης, ρόλο παίζουν και τα καιρικά φαινόμενα.

Συγκεκριμένα, από 350.000 τόνους την περίοδο 2022/23 εκτιμάται ότι, φέτος, η παραγωγή θα κυμανθεί πέριξ του επιπέδου των 160.000 τόνων. 

Πάντως, άλλες εκτιμήσεις τοποθετούν τον πήχη της παραγωγής την περίοδο 2023/24 στις 180-200 χιλ. τόνους,από 280-320 χιλ. τόνους την περασμένη περίοδο.

Σημειώνεται, πάντως, ότι τα αποθέματα έναρξης (της νέας σεζόν) βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ενώ η διεθνής παραγωγή στις βασικότερες χώρες – παραγωγούς τη νέα περίοδο 2023/24 εκτιμάται ότι θα είναι μειωμένη κατά 820.000 τόνους συγκριτικά με το 2021/22 (2.390.000 τον. από 3.210.000 τον.) και κατά 170.000 τόνους συγκριτικά με την περίοδο 2022/23 (2.560.000 τον.). Σε παγκόσμιο επίπεδο, δε, το ελληνικό ελαιόλαδο κατέχει μερίδιο 2-3% ενώ ως χώρα η Ελλάδα παράγει το 10% της παγκόσμιας παραγωγής.

Στατιστικά και “τενεκές

Πάντα, άλλωστε τα στατιστικά στην Ελλάδα με την αγροτικά παραγωγή δεν είναι τα καλύτερα, ενώ βέβαια στο όλο “παζλ” θα πρέπει να προστεθεί και το δεδομένο ότι στη χώρα μεγάλο μέρος της διακίνησης γίνεται με “γκρίζο” τρόπο, με τον γνωστό ‘τενεκέ”.

“Στην εσωτερική αγορά υπάρχει μεγάλη στρέβλωση. Είμαστε οι δεύτεροι μεγαλύτεροι καταναλωτές ελαιολάδου στον κόσμο. Προτιμάμε να πάρουμε ένα ανώνυμο – χύμα ελαιόλαδο απ΄ ότι εμφιαλωμένο-τυποποιημένο” σημείωσε ο πρόεδρος του ΣΥΤΕΚ (Σύνδεσμος Τυποποιητών Ελαιολάδου Κρήτης) και εκπρόσωπος της Terra Creta, Φώτης Σουσαλής, προσθέτοντας ότι η χύμα εμπορία ανέρχεται στους 70.000 τόνους ετησίως όταν το επώνυμο προϊόν στα σούπερ μάρκετ βαίνει μειούμενο, καθώς είναι στους 12.000 τόνους από 30.000 τόνους πριν την κρίση.  

“Έχουμε μια εσωτερική αγορά που κινείται σε παράνομα επίπεδα και δεν μας δίνει την οικονομία κλίμακος να μεγαλώσουν οι εταιρείες. Ο στόχος είναι να στηριχθεί η τυποποίηση και η κατανάλωση τυποποιημένου”, ελαιόλαδου υπογράμμισε

Μείωση ζήτησης

Η αύξηση βέβαια της τιμής, θα  φέρει πτώση της κατανάλωσης, όπως τονίζεται αρμοδίως. Μάλιστα ο κ. Γιαννούλης περιγράφοντας την εικόνα στην αγορά, έκανε λόγο για την “τέλεια καταιγίδα”, που ήδη είναι σε εξέλιξη και θα συνεχιστεί και στην επόμενη ελαιοκομική περίοδο. Όπως είπε, δε, ”αν δεν πέσει η ζήτηση δεν θα πέσουν και οι τιμές”.

Οι εξαγωγές

Πάντως, οι ελληνικές εξαγωγές τυποποιημένου ελαιολάδου έχουν διπλασιαστεί την τελευταία 10ετία φθάνοντας στα επίπεδα των 40 χιλ. τόνων σε ετήσια βάση. Να σημειωθεί, ότι από 60 έως 100 χιλ. τον κυμαίνονται οι εξαγωγές ατυποποίητου («χύμα») ελαιολάδου – κυρίως στην Ιταλία – ανάλογα με την παραγωγή κάθε χρονιάς, ενώ η βιομηχανία εκτιμά ότι τα επόμενα 2 με 3 χρόνια οι εξαγωγές τυποποιημένου ελαιολάδου μπορεί να αυξηθούν κατά επιπλέον 20%.

Επισημαίνεται ότι η ελληνική οικονομία κερδίζει 1,5 ευρώ για κάθε λίτρο ελαιολάδου όταν εξάγεται τυποποιημένο συγκριτικά με το “χύμα”. 

Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΥΤΕΚ (Σύνδεσμος Τυποποιητών Ελαιόλαδου Κρήτης) και εκπρόσωπο της Terra Creta, κ. Φώτη Σουσαλή στην εγχώρια αγορά δραστηριοποιούνται 800 εταιρείες ελαιόλαδου. 

Τα τελευταία δέκα χρόνια οι εξαγωγές έχουν διπλασιαστεί με πολύ δουλειά και πολλές επενδύσεις στον τομέα αυτό.

Όπως ανέφερε ο κ. Σουσαλής σε ώριμες αγορές όπως στη Γερμανία το ελληνικό ελαιόλαδο έχει το 14% μερίδιο της αγοράς τυποποιημένου ελαιόλαδου συνολικά. Αντίστοιχα στην Πολωνία κατέχει το 12%, στη Γαλλία οι εξαγωγές συνεχώς μεγαλώνουν, ενώ στο Βέλγιο το μερίδιο είναι στο 5%.

Πηγή: news247.gr

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις