Προτάσεις Αναθεώρησης της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής

Προτάσεις Αναθεώρησης της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής από την βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Παναγιώτα Βράντζα.

Η εφαρμογή της νέας ΚΑΠ (2015-2019) ξεκίνησε εδώ και 17 μήνες, χωρίς ουσιαστικά κανείς εμπλεκόμενος να γνωρίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής της. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ο εθνικός φάκελος που κατατέθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Αύγουστο του 2014 και εγκρίθηκε, δεν δημοσιεύθηκε ποτέ.

 

Η ανακοίνωση των προσωρινών δικαιωμάτων ενίσχυσης τον Δεκέμβριο του 2015, έφερε στην επιφάνεια για πρώτη φορά το αντιπαραγωγικό, άδικο και αδιαφανές προφίλ της νέας ΚΑΠ. Το ίδιο αρνητική είναι και η εικόνα που δόθηκε από την ανακοίνωση των οριστικών δικαιωμάτων τον Απρίλιο του 2016, ιδιαίτερα στους Έλληνες γεωργούς και κτηνοτρόφους που πραγματικά παράγουν.

Η φιλολογία των τελευταίων μηνών ότι οι προβλέψεις για την εφαρμογή της ΚΑΠ είναι κατά βάσει «ευρωπαϊκές επιταγές οι οποίες δεν επιδέχονται καμία αλλαγή» είναι ένας μύθος.

Καλλιεργήθηκε κατά κόρον από υπηρεσιακούς παράγοντες που προφανώς εμπλέκονται στην εκπόνηση του υπάρχοντος εθνικού σχεδίου.

 

Είναι απολύτως  βέβαιο ότι η εφαρμογή του σχεδίου «Καρασμάνη» η οποία αποτέλεσε συνέχεια των πολιτικών που εφαρμόστηκαν από το 2001 και μετά, οδηγήσαν  σε μείωση της παραγωγής και των παραγωγών και ύφεση της εθνικής οικονομίας.

 

Θεωρώ λοιπόν ότι η πρόταση της αναθεώρησης θα πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά σε πολιτικά κριτήρια, τα οποία είναι:

  • Μείωση και εξάλειψη των αδικιών.
  • Δημιουργία συνθηκών υγειούς ανταγωνισμού.
  • Προσέλκυση νέων ανθρώπων στην παραγωγική διαδικασία.
  • Αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας.
  • Σύνδεση ζωικής και φυτικής παραγωγής.
  • Μείωση εισαγωγών και αύξηση εξαγωγών.
  • «Άνοιγμα» του αγροτικού επαγγέλματος.

 

Α. Βασική Ενίσχυση

Παρ’ όλο που υπήρχε η δυνατότητα σύγκλισης της αξίας των δικαιωμάτων, είτε άμεσα από το πρώτο έτος εφαρμογής είτε σταδιακά μέχρι το 2019, εμείς προφανώς επιλέξαμε τη «μερική» αλλά επί της ουσίας «μη» σύγκλιση.

Επειδή στο Άρθρο 15 «Αναθεώρηση» (Καν. 1307/2013), προβλέπεται ότι: «Τα καθεστώτα στήριξης του παραρτήματος Ι εφαρμόζονται με την επιφύλαξη ενδεχόμενης αναθεώρησης ανά πάσα στιγμή υπό το πρίσμα των οικονομικών εξελίξεων και της δημοσιονομικής κατάστασης. Η εν λόγω αναθεώρηση μπορεί να καταλήξει στην έκδοση νομοθετικών πράξεων, πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ ή εκτελεστικών πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 291 ΣΛΕΕ,.»

Φαίνεται ότι υπάρχει η δυνατότητα αλλαγής αυτής της επιλογής ώστε, να πάψουν να υπάρχουν δυσθεώρητες αποκλίσεις μεταξύ των ποσών (είτε αυτά αφορούν τα συνολικά ποσά είτε τη μοναδιαία αξία εκάστου δικαιώματος) που εισπράττουν αγρότες με ίδια δραστηριότητα, στην ίδια περιοχή, αλλά διαφορετικό χρόνο εισόδου στο επάγγελμα.

Πρέπει αρχής γενομένης από το 2017 να εγκαταλείψουμε τη μερική και να προχωρήσουμε με τέτοιο ρυθμό σύγκλισης, ώστε το 2019 όλα τα δικαιώματα ενίσχυσης να έχουν ενιαία μαναδιαία αξία.

 

B. Βοσκότοποι

Η κτηνοτροφία είναι ο κλάδος με τις περισσότερες αδικίες/στρεβλώσεις όσον αφορά την εφαρμογή της νέας ΚΑΠ. Κύρια αιτία αυτού, είναι οι πολλές μεταβλητές που υπεισέρχονται στον υπολογισμό των δικαιωμάτων. Είναι ο βοσκότοπος ο οποίος «δίνεται», τις περισσότερες φορές, σε συνθήκες εικονικής πραγματικότητας, είναι η πυκνότητα βόσκησης η οποία καθορίστηκε ανά χωρική ενότητα και όχι συνολικά για τη χώρα και χωρίς διαχειριστικά σχέδια βόσκησης, είναι και τα ιστορικά και ειδικά δικαιώματα που υπήρχαν. Παραδόξως δε, το ζωικό κεφάλαιο δεν αποτελεί παράμετρο της «εξίσωσης»! Εντωμεταξύ, ο πραγματικός αριθμός ζώων που εκτρέφονται στη χώρα μας παραμένει αβέβαιος! 

Πολλαπλές αστοχίες του παρελθόντος οδήγησαν σε δραματική μείωση της έκτασης των επιλέξιμων βοσκοτόπων της χώρας. Οι διάφορες «Τεχνικές λύσεις» που εφαρμόστηκαν από το 2013 και μετά είχαν σαν αποτέλεσμα την απώλεια σημαντικών ποσών για μεγάλη μερίδα κτηνοτρόφων.

Ο νόμος 4351/2015 για τις βοσκήσιμες γαίες φαίνεται ότι δεν μπορεί να επηρεάσει την έκταση των επιλέξιμων βοσκοτόπων μέχρι το 2019.

Η έλλειψη βοσκοτόπων, εκτός από τον πυλώνα Ι, των άμεσων ενισχύσεων, έχει επιπτώσεις και σε προγράμματα του πυλώνα ΙΙ (αγροπεριβαλλοντικά).

 

Η αξιοποίηση του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1) η) του άρθρου 4, (Καν. 1307/2013)«…καθώς και, εφόσον ληφθεί σχετική απόφαση των κρατών μελών, γη που προσφέρεται για βοσκή και εντάσσεται σε καθιερωμένες τοπικές πρακτικές όπου τα αγρωστώδη και λοιπά ποώδη κτηνοτροφικά φυτά παραδοσιακά δεν επικρατούν στις εκτάσεις βοσκής.» μπορεί να αυξήσει σημαντικά την έκταση των επιλέξιμων βοσκοτόπων. Σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών, η αύξηση θα μπορούσε να αγγίξει και το 100%.

 

Η μη δέσμευση βοσκοτόπων από εκμεταλλεύσεις ενσταβλισμένης κτηνοτροφίας (αγελαδοτροφικές και προβατοτροφικές μονάδες γαλακτοπαραγωγής, βοοτροφικές μονάδες πάχυνσης μόσχων κλπ.) και η ένταξή τους σε καθεστώς συνδεδεμένης ενίσχυσης θα απελευθέρωνε μεγάλες εκτάσεις βοσκοτόπων για τις ανάγκες της πραγματικά εκτατικής κτηνοτροφίας.

Προτείνεται επίσης:

- Η χρήση ενιαίας Πυκνότητας Βόσκησης για το σύνολο της χώρας και όχι ανά Χωρική Ενότητα.

- Η μη δέσμευση βοσκοτόπων για μη παραγωγικά ζώα, όπως τα ιπποειδή.

- Και φυσικά η μη επιλεξιμότητα ιδιωτικών βοσκοτόπων χωρίς ζωικό κεφάλαιο και με διαφορετική Πυκνότητα Βόσκησης από αυτή των δημοσίων εκτάσεων στην ίδια περιοχή.

 

Γ. Εθνικό απόθεμα

Για την εφαρμογή της νέας ΚΑΠ, υπήρξε κατανομή δικαιωμάτων από το εθνικό απόθεμα στους νεοεισερχόμενους του 2013 και 2014 μόνο. Απόφαση εντελώς αυθαίρετη πέρα από κάθε λογική. Μεταξύ άλλων παραδόξων, η απόφαση αυτή οδήγησε στο φαινόμενο να είναι δικαιούχοι πολλοί συνταξιούχοι ακόμη και υπερήλικες! Οι οποίοι ήδη μεταβιβάζουν αυτά τα δικαιώματα τους σε άλλους.

Το γεγονός ότι το εθνικό απόθεμα μοιράζεται με μη παραγωγικά κριτήρια οδηγεί σε «κλείσιμο» του επαγγέλματος, συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού και μείωση της παραγωγής.

Για να μπορέσει το «εργαλείο» του εθνικού αποθέματος να επιτελέσει το ρόλο του θα πρέπει:

  • Να μεγιστοποιηθεί το ποσοστό του εθνικού φακέλου για τη δημιουργία αποθέματος (Άρθρο 30, παρ.4 καν.1307/13).
  • Να παρακρατείται ποσοστό, σε ετήσια βάση, από εκείνους που διαθέτουν δικαιώματα με μοναδιαία αξία πολλαπλάσια του περιφερειακού μέσου όρου, αρχής γενομένης από τις υψηλότερες αξίες.
  • Μεταβίβαση δικαιωμάτων που κατανεμήθηκαν από το απόθεμα δεν πρέπει να επιτρέπεται για τουλάχιστον μία πενταετία.
  • Να μην υπάρχει μεταβίβαση δικαιωμάτων χωρίς γη ή χωρίς ζωικό κεφάλαιο.
  • Αγρότες οι οποίοι αιτούνται συνταξιοδότησης, αν δεν μεταβιβάσουν τα δικαιώματά τους μαζί με τη γη ή το ζωικό κεφάλαιο, τα δικαιώματα να επιστρέφουν στο απόθεμα.
  • Κάθε ποσό που εμπίπτει στη ρήτρα του «απροσδόκητου κέρδους» πρέπει αυτόματα να επιστρέφει στο εθνικό απόθεμα.   
  • Η κατανομή να περιλαμβάνει όλους τους επαγγελματίες αγρότες, φυσικά μη συνταξιούχους, με προτεραιότητα σε: νέους, νεοεισερχόμενους αλλά και εκείνους που αναπτύσσουν/αυξάνουν τη δραστηριότητά τους.

  

Δ. Ετεροεπαγγελματίες

Ο κανονισμός (1307/2013) είναι ξεκάθαρος και αρκούντος ευέλικτος όσον αφορά τον ορισμό του «ενεργού γεωργού» (άρθρο 9) και κατά συνέπεια του ποιοι τελικά μπορούν να είναι δικαιούχοι ενισχύσεων.

Η κατανομή δικαιωμάτων σε αυτή την κατηγορία, των ετεροεπαγγελματιών, χωρίς ουσιαστικά κριτήρια, αποτέλεσε και  αποτελεί «έγκλημα» κατά της παραγωγής.

Πρέπει να θεσπιστούν άμεσα κριτήρια τα οποία θα συμπεριλαμβάνουν οπωσδήποτε το συνολικό εισόδημα του εν δυνάμει δικαιούχου, τον τόπο κατοικίας, το χρόνος απασχόλησης στην αγροτική εκμετάλλευση αλλά και τη συμβολή στην παραγωγή. Ώστε, εάν όπως αναφέρει και ο κανονισμός (άρθρο 9, παρ. 3) «α) οι γεωργικές δραστηριότητές των οποίων δεν αποτελούν παρά ασήμαντο μέρος των συνολικών οικονομικών δραστηριοτήτων τους, ή/και

β) η κύρια δραστηριότητα ή ο εταιρικός σκοπός των οποίων δεν συνίσταται στην άσκηση γεωργικής δραστηριότητας.» δεν πρέπει σε αυτές τις περιπτώσεις να χορηγούνται άμεσες ενισχύσεις.

 

Ε. Συνδεδεμένες Ενισχύσεις

Ο όρος «συνδεδεμένες» αντιλαμβάνομαι ότι αναφέρεται στην παραγωγή. Η εφαρμογή τους για το 2015, έδειξε ξεκάθαρα ότι και «ασύνδετες» με την παραγωγή αλλά και την κοινή λογική είναι, και επιδοματικού χαρακτήρα είναι, αλλά κυρίως, το μεγαλύτερο μέρος του ποσού που προβλέφθηκε, δεν έφθασε ποτέ στους παραγωγούς.

Τα κριτήρια τα οποία τέθηκαν στους δικαιούχους, προφανώς από κάποιους που δεν έχουν και μεγάλη σχέση με την παραγωγική διαδικασία αλλά και τα ισχύοντα στην αγορά, ήταν τέτοια ώστε να αποκλείσουν το μεγαλύτερο μέρος των δικαιούχων.

Χαρακτηριστικά αναφέρω το παράδειγμα της βιομηχανικής τομάτας, όπου προϋπόθεση για την είσπραξη συνδεδεμένης ενίσχυσης ήταν η παράδοση του προϊόντος μέσω συνεργατικών οργανώσεων, ακόμη και σε περιοχές όπου δεν υπήρχαν τέτοιες!

Επίσης, η απαίτηση για πρόβλεψη των ετήσιων γεννήσεων, ειδικά για τα αγελαία βοοειδή, από τον Μάιο, είναι πέρα και από κάθε επιστημονική λογική.

 

Πρώτο και μεγάλο θέμα για τις συνδεδεμένες είναι ο ίδιος ο αριθμός τους. Θεωρώ ότι πρέπει να φύγουμε από τη λογική του να «πάρουν όλοι από κάτι» και να πάμε στο «στηρίζουμε συγκεκριμένα προϊόντα» που θα συμβάλουν στην αύξηση της παραγωγής με αντίκτυπο στην εθνική οικονομία. Σε κάθε περίπτωση, οι συνδεδεμένες δεν μπορεί να αφορούν πάνω από 5-6 προϊόντα.

 

Από τα ζωικά, θα πρέπει να είναι τα βοοειδή, λόγο του δυσθεώρητου ελλείματος που παρουσιάζει το προϊόν. Η αιγοτροφία λόγω της προοπτικής του γίδινου γάλακτος και η προβατοτροφία λόγω «φέτας».

Όσον αφορά τα φυτικά, η επιλογή θα πρέπει να γίνει με βάσει τα πραγματικά στοιχεία, αν υπάρχουν, της παραγωγής, του ποσοστού αυτάρκειας, της ποσότητας που εισάγεται, της ποσότητας που μπορεί να εξαχθεί, τον αριθμό των εκμεταλλεύσεων, την προοπτική της καλλιέργειας και τέλος τη συμβολή του στο αγροτικό ΑΕΠ.

Η ενημέρωση των παραγωγών θα πρέπει να είναι έγκαιρη και έγκυρη, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις ιδιαιτερότητες ενός μεγάλου μέρους του αγροτικού κόσμου. 

Η επεξεργασία των στοιχείων θα πρέπει να γίνεται έγκαιρα ώστε οι πληρωμές να έχουν ολοκληρωθεί το αργότερο εντός του πρώτου τριμήνου του επόμενου έτους.

Και επιτέλους, το κόστος του όποιου λάθους να καταλογίζεται σε αυτόν που το κάνει, είτε είναι το υπουργείο, είτε ο ΟΠΕΚΕΠΕ, είτε οι «πύλες» καταχώρησης των δηλώσεων καλλιέργειας, είτε οι μελετητές, ή ο παραγωγός.

Σήμερα, ο «λογαριασμός» στέλνεται αποκλειστικά και μόνο στον παραγωγό.

 

 

Οι παραπάνω προτάσεις αποτελούν τη βάση για μια εξειδικευμένη πρόταση η οποία πρέπει να ολοκληρωθεί και να κατατεθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε περίπου δύο μήνες.

Αφού υπάρχει πραγματικά η βούληση για εξορθολογισμό της κατανομής των κοινοτικών ενισχύσεων ώστε να συμβάλουν στην παραγωγική ανασυγκρότηση, η πρόταση αναθεώρησης είναι επιβεβλημένη τώρα, καθώς η απόγνωση και δικαιολογημένη απελπισία πολλών γεωργών και κτηνοτρόφων έχει φτάσει (και σε ορισμένες περιπτώσεις ήδη ξεπεράσει) τα όριά της.

 

Τέλος, η προσφιλής απάντηση πολλών στελεχών και παραγόντων σε κάθε ερώτηση ή πρόταση, ότι «δεν γίνεται, δεν το επιτρέπει ο κανονισμός» για να έχει ισχύ θα πρέπει να τεκμηριώνεται με τον ίδιο τον κανονισμό, απολύτως συγκεκριμένα!

 

Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να εφαρμόζουμε πολιτικές και αποφάσεις των προηγούμενων κυβερνήσεων οι οποίες είχαν τα γνωστά αποτελέσματα.

Οι όποιες αλλαγές πρέπει να έχουν σα στόχο την αύξηση του αγροτικού ΑΕΠ και του εισοδήματος των παραγωγών.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις