Ελαιόλαδο: Αύξηση εξαγωγών και τζίρων προβλέπει η Κομισιόν και παράγοντες της αγοράς

Η αντίφαση που υπάρχει αυτήν τη στιγμή στην αγορά έχει να κάνει με το ότι ενώ στο σήμερα οι τιμές ελαιολάδου στην ελληνική αγορά δέχονται συντονισμένες πιέσεις από την εγχώρια βιομηχανία τυποποίησης και τα μικρομάγαζα της Ιταλίας, την ώρα που οι μεγάλες βιομηχανίες ήδη προετοιμάζονται για το σενάριο ενός πιο φυσιολογικού καλοκαιριού το 2021, με σημαντικά αυξημένη ζήτηση από τπν κλάδο της εστίασης.

Είναι λογικό ότι όσο η ζήτηση περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά για την κατανάλωση των ευρωπαϊκών νοικοκυριών, η ελληνική αγορά δύσκολα θα μπορέσει να ακολουθήσει τον ανοδικό κύκλο που εξελίσσεται στις αγορές της Ιταλίας και της Ισπανίας. Αλλά σύμφωνε με τις εκτιμήσεις της αγοράς, «όταν η καραντίνα της πανδημίας λήξει και επιστρέψουμε πλέον σε εστίαση και τουρισμό, οι τιμές θα ανέβουν πάνω από 3,20 ευρώ το κιλό».

Μάλιστα, σύμφωνα με διάφορες εκθέσεις και αναλύσεις, αναμένονται αυξημένες εξαγωγές ελαιολάδου με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 5% ετησίως, με πιο πρόσφατη εκείνη της Κομισιόν, η οποία εκτιμά πως η κατανάλωση ελαιολάδου θα ενισχυθεί τόσο εντός όσο και εκτός μπλοκ, χάρις στην οικονομική ανάπτυξη μετά την πανδημία.

Ο κύκλος εργασιών της παγκόσμιας αγοράς ελαιολάδου, σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει ανάλυση βρετανικού ερευνητικού ινστιτούτου, θα αυξηθεί κατά 8 δισ. δολάρια μέσα στα επόμενα έτη, φτάνοντας έναν τζίρο πέριξ των 25 δισ. δολαρίων μέχρι το 2026. Αυτό θα επιτευχθεί, σύμφωνα με τους οικονομολόγους, διαμορφώνοντας έναν ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 5,8%. Η παραγωγή της Ε.Ε. μέχρι το 2030 αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,3% ετησίως, με τις χώρες της Ιβηρικής να ευθύνονται για το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης, αυξάνοντας ετησίως κατά 0,5% τις αποδόσεις τους.

Σε αυτές τις περιοχές, άλλωστε, αναμένεται περαιτέρω επένδυση σε εντατικά και υπερεντατικά συστήματα καλλιέργειας. Στον αντίποδα, οι μικρότερες εκμεταλλεύσεις και η υψηλότερη μέση ηλικία των αγροτών στην Ιταλία και την Ελλάδα θα μπορούσαν να περιορίσουν την ανάπτυξη στη δική μας μεριά της Μεσογείου, σε σύγκριση με την Ισπανία και την Πορτογαλία.

Παράλληλα, διαμορφώνεται ετήσια αύξηση της κατανάλωσης στην Ε.Ε. σταθερή στο + 0,2% έως το 2030 (σε σύγκριση με το -2% το 2009-2019). Μέχρι το 2030 οι χώρες που δεν παράγουν στην Ε.Ε. θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν το 26% της συνολικής κατανάλωσης.

Η αύξηση των εισοδημάτων, η δημοτικότητα της μεσογειακής κουζίνας και οι τιμές που είναι ανταγωνιστικές με άλλα φυτικά έλαια υποστηρίζουν τις εξαγωγές ελαιολάδου της Ε.Ε., ιδίως προς την Κίνα, τη Νοτιοανατολική Ασία και τη Ρωσία. Αυτές οι περιοχές συνέβαλαν στο να αυξηθούν οι εξαγωγές της Ε.Ε. τα τελευταία 10 χρόνια, κατά 13%. Ταυτόχρονα, οι εισαγωγές της Ε.Ε. θα μπορούσαν να μειωθούν βραχυπρόθεσμα και να σταθεροποιηθούν μεσοπρόθεσμα, καθώς αυξάνεται η παραγωγή της Ε.Ε.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις