Τάσος Χανιώτης: Πώς η ΚΑΠ μετέτρεψε την Ε.Ε. στον μεγαλύτερο αγροτικό εξαγωγέα του κόσμου

Η Ε.Ε. ήταν κάποτε ο «κακός» των παγκόσμιων εμπορικών διαπραγματεύσεων. Σήμερα, είναι η νούμερο ένα εξαγωγική και εισαγωγική δύναμη στα αγροδιατροφικά προϊόντα. Τι οδήγησε σε αυτή την ανατροπή; Ο Τάσος Χανιώτης  αποκαλύπτει την πλήρη εικόνα πίσω από τη στρατηγική, την ανταγωνιστικότητα και τις παγκόσμιες γεωπολιτικές εντάσεις που επηρεάζουν το μέλλον της ΚΑΠ.

Η επιτυχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πεδίο του αγροδιατροφικού εμπορίου δεν προέκυψε τυχαία, ούτε αποτελεί απλώς στατιστική εντύπωση. Αντιθέτως, είναι αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης πορείας πολιτικών μεταρρυθμίσεων, στρατηγικής συνέπειας και ενίοτε επίπονων συμβιβασμών με τις αρχές της αγοράς. Σε μια εποχή που ο δημόσιος διάλογος ταλανίζεται από αναγωγές στην αυτάρκεια, τη «διατροφική κυριαρχία» και την επιστροφή σε παρελθοντικές μορφές προστατευτισμού, η ανάγκη για τεκμηριωμένες, ορθολογικές και στρατηγικά συνεκτικές πολιτικές καθίσταται πιο επιτακτική από ποτέ.

Τάσος Χανιώτης – Ένας από τους πιο έμπειρους και επιδραστικούς διαμορφωτές πολιτικής στον ευρωπαϊκό αγροτικό τομέα, με πολυετή θητεία στη Γενική Διεύθυνση Γεωργίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπου διετέλεσε Διευθυντής Στρατηγικής, Απλοποίησης και Ανάλυσης Πολιτικής. Με ακαδημαϊκή κατάρτιση στη γεωργική οικονομία από το University of Georgia (ΗΠΑ) και το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, έχει διατελέσει κεντρικός σύμβουλος για την ιστορική μεταρρύθμιση της ΚΑΠ του 2003 και τις εμπορικές διαπραγματεύσεις με τον ΠΟΕ και την Mercosur. Σήμερα, είναι Senior Guest Research Scholar στο IIASA και ειδικός σύμβουλος για τη βιώσιμη παραγωγικότητα στο Forum for the Future of Agriculture.

Η μεταμόρφωση της ΕΕ από «κατηγορούμενη» στη Σύνοδο του Σιάτλ το 1999 σε κορυφαίο εξαγωγέα και εισαγωγέα αγροδιατροφικών προϊόντων παγκοσμίως, δεν ήταν απλώς μια ποσοτική μεταβολή. Αντανακλά την επιτυχία των μεταρρυθμίσεων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), κυρίως μέσα από την αποσύνδεση των ενισχύσεων από την παραγωγή και τη στροφή σε μια περισσότερο προσανατολισμένη στην αγορά προσέγγιση. Ειδικά η μεταρρύθμιση Fischler του 2003 αποτέλεσε σημείο καμπής, καθώς επέτρεψε στο ευρωπαϊκό γεωργικό σύστημα να ευθυγραμμιστεί με τις απαιτήσεις των διεθνών αγορών, χωρίς να απολέσει την περιβαλλοντική του διάσταση.

Η ευρωπαϊκή αγροτική αλυσίδα έχει αποδείξει κατ’ επανάληψη τη δεξιότητά της να ανταπεξέρχεται σε παγκόσμιες κρίσεις. Από την απώλεια της ρωσικής αγοράς το 2014, έως την τριπλή δοκιμασία COVID-19, ενεργειακής κρίσης και πολέμου στην Ουκρανία, η ΕΕ επέδειξε ανθεκτικότητα, προσαρμοστικότητα και επανατοποθέτηση σε εναλλακτικές αγορές. Κι όμως, αυτή η πορεία δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεδομένη.

Η συρρίκνωση της παραγωγικότητας, η αύξηση του κόστους ενέργειας και λιπασμάτων, αλλά και η αστάθεια στις αγορές εμπορευμάτων απειλούν να ανατρέψουν την πρόοδο που επιτεύχθηκε με τόσο κόπο. Ταυτόχρονα, η ένταση ανάμεσα σε κλιματικούς στόχους και διατροφική ασφάλεια τείνει να εξελιχθεί σε βαθιά πολιτική ρήξη εντός και εκτός ΕΕ. Από τη μία, όσοι προκρίνουν την κλιματική δράση τείνουν να υποτιμούν την ανάγκη για ενίσχυση της διατροφικής παραγωγής. Από την άλλη, οι υποστηρικτές της «επισιτιστικής κυριαρχίας» συχνά εργαλειοποιούν την ανησυχία των πολιτών για να προωθήσουν ένα μοντέλο προστατευτισμού που αγνοεί την παγκόσμια διάσταση του προβλήματος.

Το επιχείρημα περί «πρωτεϊνικού ελλείμματος» της ΕΕ, για παράδειγμα, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα παραπλανητικής ανάλυσης, όταν απομονώνεται από το ισχυρό πλεόνασμα ζωικών πρωτεϊνών που εξάγονται κυρίως μέσω γαλακτοκομικών και μεταποιημένων προϊόντων. Η πρόταση να αντικατασταθούν οι εισαγωγές σόγιας με εγχώρια παραγωγή υπονομεύει τη δυνατότητα της ΕΕ να διατηρήσει την πρωτοκαθεδρία της στις εξαγωγές σιτηρών, ειδικά σιταριού, χωρίς την οποία το παγκόσμιο ισοζύγιο τροφίμων θα αντιμετώπιζε σοβαρό έλλειμμα.

Η πόλωση ανάμεσα στην ανάγκη για κλιματική ουδετερότητα και στη διατήρηση της διατροφικής επάρκειας εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους αν δεν αντιμετωπιστεί με συνθέσεις, τεκμηρίωση και ολιστική προσέγγιση. Η ΚΑΠ του μέλλοντος δεν μπορεί να επιστρέψει σε συνταγές του παρελθόντος, ούτε να υποκύψει στον πειρασμό του απλουστευτικού διπόλου “περιβάλλον ή παραγωγή”. Χρειάζεται αναγνώριση της πραγματικότητας της παγκόσμιας αγοράς, ενσωμάτωση της επιστήμης και της καινοτομίας, και πολιτική τόλμη ώστε να διατηρηθεί ο ευρωπαϊκός αγροτικός τομέας ανταγωνιστικός, βιώσιμος και παγκόσμια υπολογίσιμος.

Η μέχρι τώρα επιτυχία της ΕΕ δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι τεκμήριο του ότι η πολιτική σχεδίαση που βασίζεται σε ανάλυση, στοιχεία και μακροπρόθεσμο ορίζοντα αποδίδει. Η αγνόηση αυτής της εμπειρίας —είτε για να εξυπηρετηθούν πολιτικά αφηγήματα, είτε λόγω θεσμικής αμνησίας— συνιστά τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την ευρωπαϊκή γεωργία σήμερα. Αντί για “τυφλές” πληρωμές, όπως εσφαλμένα αποκαλούνται οι αποσυνδεδεμένες ενισχύσεις, αυτό που απαιτείται είναι καθοδηγούμενες πολιτικές με ξεκάθαρη στρατηγική πυξίδα, ικανές να συνθέσουν την ανάγκη για παραγωγή, περιβάλλον, εμπορική παρουσία και κοινωνική συνοχή.

Η πρόκληση είναι πλέον σαφής: πώς θα διατηρήσει η Ευρώπη τον ρόλο της ως ηγέτης στο βιώσιμο αγροδιατροφικό εμπόριο, ενισχύοντας παράλληλα την αυτάρκεια και την κλιματική προσαρμογή, χωρίς να γυρίσει πίσω τις κατακτήσεις δεκαετιών. Η απάντηση δεν θα βρεθεί σε συνθήματα αλλά σε μια νέα, τεκμηριωμένη και οραματική ΚΑΠ, αντάξια των πραγματικών προκλήσεων της εποχής.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις