Του Γ. Μπακόλα, Αγρότη — δημοσιογράφου
Όταν η αγοραστική δύναμη υποχωρεί ή όταν οι συγκρούσεις επιστρέφουν στο προσκήνιο, οι κοινωνίες τείνουν να συμπιέζονται. Η γεωργία είναι πάντα από τους πρώτους τομείς που το νιώθουν, όχι επειδή αποτυγχάνει, αλλά επειδή παραμένει εκτεθειμένη σε κάθε μεταβολή χωρίς ενδιάμεσα φίλτρα.
Η είσοδος στο 2026 συνοδεύεται από μια γνώριμη αντίφαση. Από τη μία πλευρά, κινητικότητα στον αγροτικό χώρο,στα χωράφια, στα θερμοκήπια και στους δρόμους. Από την άλλη, η προσπάθεια να προωθηθεί ένα όραμα εκσυγχρονισμού και εκβιομηχάνισης μέσα σε ένα περιβάλλον κόπωσης, αβεβαιότητας και διοικητικής δυσπιστίας. Δεν πρόκειται για σύγκρουση. Πρόκειται για μετάβαση χωρίς ξεκάθαρη κατεύθυνση.
Αν κοιτάξει κανείς πέρα από τα ελληνικά σύνορα, γίνεται σαφές ότι δεν πρόκειται για εθνική ιδιαιτερότητα. Σε μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου, η γεωργία πιέζεται από δημογραφική γήρανση, έλλειψη εργατικών χεριών, αυξανόμενο κόστος και κλιματικούς κινδύνους. Ο αγρότης συχνά παρουσιάζεται ως «αργός» σε σχέση με την υπόλοιπη οικονομία μια απλουστευτική ανάγνωση που αγνοεί τη δομική σημασία του τομέα.
Το παράδοξο είναι προφανές την ώρα που η συζήτηση για τη διατροφική ασφάλεια εντείνεται παγκοσμίως, η γεωργία αντιμετωπίζεται σε πολλές δημόσιες πολιτικές ως πρόβλημα διαχείρισης και όχι ως στρατηγική επένδυση. Η μέση ηλικία των παραγωγών αυξάνεται, η είσοδος νέων παραμένει περιορισμένη και η γη αλλάζει χρήση. Αυτό δεν είναι φυσική εξέλιξη· είναι αποτέλεσμα παρατεταμένης πολιτικής αδράνειας.
Η χαμηλή οικονομική ελκυστικότητα, η φυσική φθορά και η συσσώρευση κινδύνων δημιουργούν υψηλά εμπόδια εισόδου για τους νέους. Παράλληλα, η αποχώρηση εργατικών χεριών μετατρέπεται σε μόνιμο χαρακτηριστικό, επιδεινωμένο από γεωπολιτικές αναταράξεις και την απουσία ουσιαστικών κινήτρων για βαριά εργασία. Ο τομέας καλείται να παράγει περισσότερα, με λιγότερους ανθρώπους και μεγαλύτερη αβεβαιότητα.
Και όμως, το 2026 δεν είναι απλώς συνέχεια αυτής της πορείας. Είναι σημείο επιλογής.
Είτε η γεωργία θα συνεχίσει να λειτουργεί ως ο πιο ευάλωτος κρίκος της οικονομίας είτε θα επανατοποθετηθεί ως πεδίο τεχνολογικής και παραγωγικής αναβάθμισης. Η άνοδος της ρομποτικής, η ωρίμανση των αισθητήρων, η ανάλυση δεδομένων σε πραγματικό χρόνο και η αυτοματοποίηση αποφάσεων δεν απειλούν τον παραγωγό. Του δίνουν εργαλεία ελέγχου, ακρίβειας και μείωσης ρίσκου. Η σύνδεση της γεωργίας με ενεργειακά έργα ενισχύει αυτή τη μετάβαση, προσφέροντας νέες πηγές σταθερότητας.
Από τη σκοπιά της αγροτικής οικονομίας, η συζήτηση περί «τέλους της γεωργίας» συγχέει δύο διαφορετικά πράγματα, την εξάντληση ενός παλιού μοντέλου και τη βιωσιμότητα του ίδιου του τομέα. Το πρώτο έχει ήδη κλείσει τον κύκλο του. Το δεύτερο παραμένει ανοιχτό και εξαρτάται από επιλογές πολιτικής, επενδύσεων και δημόσιας συνέπειας.
Το μήνυμα προς τους αγρότες είναι σαφές η κόπωση δεν ισοδυναμεί με ήττα. Η μετάβαση θα είναι απαιτητική, αλλά δεν συνιστά πορεία υποχώρησης. Και το μήνυμα προς όσους χαράσσουν πολιτικές ακόμη πιο ξεκάθαρο, χωρίς ουσιαστική αλλαγή κατεύθυνσης, χωρίς πραγματική ενσωμάτωση της τεχνολογίας και χωρίς αναγνώριση του παραγωγού ως επαγγελματία του μέλλοντος, το κόστος αυτής της αδράνειας θα επιστρέψει πολλαπλάσιο.
Το 2026 μπορεί να καταγραφεί είτε ως μία ακόμη χαμένη χρονιά προσαρμογής είτε ως η στιγμή που η γεωργία επανατοποθετήθηκε στον πυρήνα της οικονομικής και κοινωνικής ανθεκτικότητας. Η επιλογή δεν είναι αφηρημένη είναι συγκεκριμένη και αφορά όλους μας.
Καλή χρονιά. Και ας είναι η χρονιά που θα ποντάρουμε ξανά στη γη, όχι εναντίον της.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις