Ο Νικόλαος Ζιούβας, MSC Γεωπόνος με Μεταπτυχιακό στην Οικονομική και Περιφερειακή Ανάπτυξη, πρώην Πρόεδρος της Π.Ο.Σ.Γ. και σήμερα Εμπορικός Διευθυντής της Χελλαφάρμ Α.Ε., παρεμβαίνει στον δημόσιο διάλογο για τον αγροτικό τομέα με μια πρόταση που συνδυάζει θεσμική εμπειρία, γνώση της αγοράς και επαφή με την παραγωγή. Τοποθετεί τη συζήτηση σε ένα πλαίσιο ρεαλισμού, χωρίς υπερβολές, αλλά και χωρίς ωραιοποιήσεις.
Η ελληνική γεωργία βρίσκεται σε μια περίοδο επαναπροσδιορισμού. Οι μεταβολές των τελευταίων ετών, από την πανδημία έως την ενεργειακή και κλιματική πίεση, δεν δημιούργησαν μόνο δυσκολίες. Ανέδειξαν με μεγαλύτερη σαφήνεια τη στρατηγική σημασία της αγροτικής παραγωγής για την οικονομική σταθερότητα και την επισιτιστική ασφάλεια της χώρας.
Η εμπειρία αυτή έδειξε ότι ο πρωτογενής τομέας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως περιφερειακή δραστηριότητα, αλλά ως πυλώνας ανθεκτικότητας. Παράλληλα, ανέδειξε διαχρονικές αδυναμίες, όπως η χαμηλή διαπραγματευτική ισχύς των παραγωγών, η αποσπασματική αξιοποίηση των ενισχύσεων και η περιορισμένη αποτίμηση των αποτελεσμάτων δημόσιων πολιτικών.
Η ανάγκη δεν είναι η αμφισβήτηση των ευρωπαϊκών πόρων, οι οποίοι παραμένουν κρίσιμοι, αλλά η ανακατεύθυνσή τους με σαφή στόχευση και μετρήσιμα αποτελέσματα. Η απουσία συστηματικής ex ante
και ex post
αξιολόγησης σε σημαντικά προγράμματα περιόρισε την ικανότητα της χώρας να εξάγει συμπεράσματα και να βελτιώνει τις παρεμβάσεις της. Ένας πιο τεκμηριωμένος σχεδιασμός μπορεί να ενισχύσει τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα, χωρίς να διαταράξει τη θεσμική συνέχεια
Στο πεδίο της αγοράς, η ενίσχυση των οργανώσεων παραγωγών και των συνεταιριστικών σχημάτων αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η συγκέντρωση της ζήτησης στο λιανεμπόριο δημιουργεί πιέσεις στις τιμές παραγωγού, οι οποίες μπορούν να εξισορροπηθούν μόνο μέσα από συλλογικά σχήματα με κρίσιμο οικονομικό μέγεθος. Η σταδιακή κατάργηση των ανοικτών τιμών και η ενίσχυση της συμβολαιακής γεωργίας με σαφείς όρους εφαρμογής θα μπορούσαν να προσδώσουν μεγαλύτερη σταθερότητα στο εισόδημα.
Η μείωση του κόστους παραγωγής αποτελεί ένα από τα πιο άμεσα και εφαρμόσιμα πεδία πολιτικής. Η ορθολογική χρήση εισροών, η αξιοποίηση των ερευνητικών δομών για σύγχρονα προγράμματα λίπανσης και φυτοπροστασίας, οι συλλογικές αγορές και οι πολιτικές περιορισμού του ενεργειακού κόστους μπορούν να προσφέρουν μετρήσιμα οφέλη. Δεν πρόκειται για ριζοσπαστικές τομές, αλλά για συνεπή εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών.
Η κλιματική διάσταση απαιτεί ψύχραιμη και μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση. Η εξοικονόμηση υδάτινων πόρων μέσω ψηφιακών συστημάτων άρδευσης, η ανάπτυξη μικρών έργων υποδομής και η παραγωγή ψηφιοποιημένων εδαφολογικών και υδατικών χαρτών συνιστούν στοιχεία ενός συνεκτικού εθνικού σχεδίου. Η λειψυδρία, ιδίως σε περιοχές υψηλής παραγωγικής αξίας, μπορεί να μετατραπεί σε κρίσιμο περιοριστικό παράγοντα αν δεν υπάρξει έγκαιρη προετοιμασία.
Ιδιαίτερη προσοχή αξίζει και ο τομέας της φυτοπροστασίας νέας γενιάς. Προγράμματα που προσφέρουν μειωμένο περιβαλλοντικό αποτύπωμα και προϊόντα χωρίς υπολείμματα ενισχύουν τόσο την ασφάλεια του παραγωγού όσο και την εμπορική εικόνα της χώρας. Η επιτυχία τους προϋποθέτει εκπαίδευση, παρακολούθηση και ουσιαστική κατανόηση της στρατηγικής τους αξίας.
Στην κτηνοτροφία, η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ παραγωγών, μεταποιητών και εμπόρων, η δημιουργία μεγάλων συνεταιριστικών σχημάτων και η ανάπτυξη συστημάτων ιχνηλασιμότητας μπορούν να περιορίσουν στρεβλώσεις και να ενισχύσουν την αξιοπιστία της εγχώριας παραγωγής. Παράλληλα, ο εκσυγχρονισμός του ΕΛΓΑ με ψηφιακά εργαλεία εκτίμησης ζημιών και ταχύτερη αποτύπωση δεδομένων μπορεί να βελτιώσει τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα του οργανισμού, ιδίως σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων κλιματικών κινδύνων.
Σε διεθνές επίπεδο, οι μεταβαλλόμενες ισορροπίες στην αγορά τροφίμων υπενθυμίζουν ότι η αυτάρκεια δεν είναι ιδεολογική επιλογή αλλά ζήτημα στρατηγικής πρόνοιας. Η αυξανόμενη εσωτερική ζήτηση σε αναπτυσσόμενες οικονομίες περιορίζει τη διαθεσιμότητα φθηνών εισαγωγών, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη ενδυνάμωσης της εγχώριας παραγωγής.
Η προοπτική ανανέωσης του αγροτικού πληθυσμού παραμένει κεντρική. Η δημιουργία Τράπεζας Γης για νέους αγρότες, η πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία με εγγύηση μέρους της εμπορικής αξίας της παραγωγής και η διαμόρφωση σταθερού επιχειρηματικού πλαισίου μπορούν να καταστήσουν τη γεωργία ελκυστική επαγγελματική επιλογή.
Τελικά, η επιτυχία δεν θα εξαρτηθεί από τη ρητορική αλλά από τη συνεργασία. Η Πολιτεία, ο δημόσιος τομέας και οι ίδιοι οι αγρότες καλούνται να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, με πνεύμα συνεννόησης και σταδιακής προσαρμογής. Ο ελληνικός αγροτικός τομέας διαθέτει ισχυρά συγκριτικά πλεονεκτήματα και το ζητούμενο είναι να μετατραπούν σε συνεκτική εθνική στρατηγική με διάρκεια και αξιοπιστία.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις