Αναλύοντας το χείλος του γκρεμού της ελληνικής γεωργίας

Του Γ. Μπακόλα

«Πες μου εσύ αν βγαίνουν τα νούμερα». Έτσι ξεκίνησε η κουβέντα. όχι με θεωρίες, ούτε με πολιτικές αναλύσεις, αλλά με έναν απλό υπολογισμό που έγινε μέσα απο ενα τηλέφωνο, και με την ερώτηση τι θα σπείρουμε φέτος . Τόσο το πετρέλαιο, τόσο τα λιπάσματα, και η τιμή παραγωγού εκεί κάτω. Στην άλλη άκρη της γραμμής υπήρχε μόνο μια παύση, αυτή που αφήνει κάποιος όταν ξέρει την απάντηση αλλά δεν θέλει να την πει δυνατά.

Η συζήτηση κύλησε όπως οι κουβέντες μεταξύ αγροτών με παραδείγματα από το χωράφι και με συγκρίσεις από παλιότερα χρόνια. Κανείς ομώς δεν μίλησε για «στρατηγικά σχέδια». Η συζήτηση περιελάμβανε δάνεια που τρέχουν, μηχανήματα που αγοράστηκαν και πρέπει να ξεχρεωθούν, τιμές που δεν καλύπτουν το κόστος αλλά και η απορία: που θα οδηγήσει η χρονιά. Δυστηχώς ολα αυτά μεταφράστηκαν και με αριθμούς. Υπήρχε μόνο μια φράση που επανερχόταν ξανά και ξανά: η ελληνική γεωργία βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού. Κι αν αυτό είναι αλήθεια, τότε κάποιος πρέπει να κάνει τον δικηγόρο του διαβόλου και να ρωτήσει, όχι με θυμό αλλά με ψυχραιμία: τι ακριβώς φταίει και ποιος φταίει.

Αν η γεωργία βρίσκεται σε οριακό σημείο, τότε η συζήτηση πρέπει να γίνει ακριβώς έτσι καθαρά, χωρίς υπεκφυγές, χωρίς μεγάλα λόγια και με το βλέμμα στραμμένο στα δεδομένα και όχι στις εντυπώσεις. Διότι στο τέλος της ημέρας, το χωράφι δεν ενδιαφέρεται για αφηγήσεις. Ενδιαφέρεται για το αν η χρονιά κλείνει θετικά ή αν το χρέος μεγαλώνει. Και εκεί, μέσα σε αυτή τη σιωπηλή λογιστική της γης, βρίσκεται η πραγματική διάσταση της κρίσης.

Η εύκολη απάντηση δείχνει προς τα έξω: Η κλιματική αστάθεια, οι ζωονόσοι, οι πλημμύρες στον βορρά, η ξηρασία, οι διεθνείς τιμές των σιτηρών, η πίεση από φθηνότερες εισαγωγές. Όλα αυτά είναι πραγματικά και μετρήσιμα. Το κόστος ενέργειας αυξήθηκε δραματικά τα τελευταία χρόνια, τα λιπάσματα έγιναν ακριβότερα μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, οι μεταφορές επιβαρύνθηκαν. Το ρίσκο του παραγωγού πολλαπλασιάστηκε, ενώ το περιθώριο κέρδους του συρρικνώθηκε. Κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει αυτά τα δεδομένα.

Όμως ο δικηγόρος του διαβόλου δεν σταματά εκεί. Αν όλα έφταιγαν αποκλειστικά οι διεθνείς συγκυρίες, τότε γιατί άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με παρόμοιες πιέσεις, διατηρούν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Γιατί στην Ελλάδα η συζήτηση καταλήγει τόσο συχνά σε αδιέξοδο και θυμό. Μήπως τελικά η δυσκολία δεν είναι συγκυριακή, αλλά ριζώνει βαθιά στον τρόπο που χτίστηκε το ίδιο το μοντέλο της ελληνικής γεωργίας.

Η ελληνική γεωργία όντως παραμένει κατακερματισμένη. Ο μέσος κλήρος είναι μικρός, η συλλογική οργάνωση αδύναμη, οι συνδικαλιστικές δομές συχνά απαξιωμένες από το παρελθόν. Η διαπραγματευτική ισχύς του παραγωγού απέναντι στη βιομηχανία τροφίμων και στο λιανεμπόριο είναι περιορισμένη. Όταν οι τιμές πιέζονται, το βάρος μεταφέρεται σχεδόν αυτόματα προς τα κάτω, στο χωράφι. Η αλυσίδα αξίας στην Ελλάδα παραμένει άνιση, και αυτό δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της αγοράς αλλά και της πολιτικής επιλογής δεκαετιών.

Σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να προστεθεί μια ακόμη παράμετρος που αναφέρθηκε με πικρία στη συζήτηση. Τα προηγούμενα χρόνια διοχετεύτηκαν σημαντικοί πόροι στον αγροτικό τομέα, εθνικοί και ευρωπαϊκοί. Όμως ένα μέρος αυτών κατευθύνθηκε σε επενδύσεις που δεν συνοδεύτηκαν πάντα από ρεαλιστική αξιολόγηση βιωσιμότητας. Νέος μηχανολογικός εξοπλισμός, συχνά υψηλού κόστους, αποκτήθηκε μέσω χρηματοδοτικών σχημάτων που επιβάρυναν υπέρμετρα τους παραγωγούς. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα τρακτέρ και τα μηχανήματα έγιναν σύμβολα εκσυγχρονισμού χωρίς να εξασφαλίζεται η πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής τους. Η γραφειοκρατία έτρεχε με 10%, τα τιμολόγια εκδίδονταν, όμως η αγροτική εκμετάλλευση δεν είχε πάντα την αναγκαία δυναμική για να στηρίξει το βάρος αλλά τα γραμμάτια έμειναν στο τέλος απλήρωτα και χάνονται και τα μηχανήματα.

Το ίδιο ισχύει και για τη χρηματοδότηση. Τραπεζικά δάνεια με υψηλό κόστος χρήματος, αναδιαρθρώσεις που μετακύλησαν το πρόβλημα στο μέλλον, χαρτοφυλάκια που στη συνέχεια μεταβιβάστηκαν σε επενδυτικά σχήματα. Όταν το αγροτικό χρέος μετατρέπεται σε χρηματοοικονομικό προϊόν, οι κοινωνικές συνέπειες δεν είναι αφηρημένες. Είναι αγροτεμάχια που βγαίνουν σε πλειστηριασμό, είναι οικογένειες που ζουν με την αβεβαιότητα.

Η πολιτική διάσταση επίσης δεν μπορεί να αγνοηθεί. Για χρόνια, η αγροτική πολιτική συνδέθηκε με υποσχέσεις, εξυπηρετήσεις και ισορροπίες τοπικής ισχύος. Ορισμένοι πολιτικοί επένδυσαν περισσότερο στη διαχείριση προσδοκιών παρά στη διαμόρφωση μακροπρόθεσμης στρατηγικής. Παράλληλα, συνδικαλιστικές ηγεσίες απέκτησαν επιρροή και πόρους που δεν αντανακλούσαν πάντα τη συνολική κατάσταση της βάσης. Όταν η εκπροσώπηση απομακρύνεται από την πραγματικότητα του χωραφιού, η εμπιστοσύνη διαβρώνεται.

Υπάρχει και μια ακόμη άβολη ερώτηση πόσο προσαρμόστηκε ο ίδιος ο τομέας στις νέες συνθήκες. Η ψηφιακή γεωργία, η συλλογική εμπορία, τα συμβολαιακά μοντέλα, η διαφοροποίηση προϊόντων προχωρούν με αργό ρυθμό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η επιδότηση έγινε υποκατάστατο στρατηγικής. Η εξάρτηση από τις ενισχύσεις της ΚΑΠ δημιούργησε μια αίσθηση ασφάλειας που δεν συνοδεύτηκε πάντα από επένδυση σε ανταγωνιστικότητα. Όταν το διεθνές περιβάλλον έγινε πιο σκληρό, το σύστημα βρέθηκε εκτεθειμένο.

Η εικόνα που διαμορφώνεται δεν είναι απλή ούτε μονοδιάστατη αλλά ούτε πρόκειται για μια ιστορία κακών προθέσεων αλλά για ένα πλέγμα κινήτρων, αδυναμιών και επιλογών που συσσωρεύτηκαν στον χρόνο. Στον Έβρο, οι φίλοι μιλούσαν για το κόστος, για τα ζώα που μειώνονται, για τα χωράφια που μένουν ακαλλιέργητα. Στην Ημαθία, η αγωνία αφορούσε τις τιμές, την αβεβαιότητα, τη δυσκολία να μείνει ο νέος στο χωριό κοινός παρονομαστής ήταν η αίσθηση ότι κάτι θεμελιώδες χάνεται. Η γεωργία δεν απειλείται μόνο οικονομικά, απειλείται δημογραφικά και κοινωνικά.

Ο δικηγόρος του διαβόλου, αν είναι ειλικρινής, θα καταλήξει σε μια δυσάρεστη αλλά νηφάλια διαπίστωση. Δεν υπάρχει ένας ένοχος, υπάρχει ένα σύστημα που λειτούργησε με βραχυπρόθεσμη λογική, που ανέβαλε δύσκολες μεταρρυθμίσεις, που επένδυσε λιγότερο από όσο απαιτούσαν οι συνθήκες στην οργάνωση, στη γνώση και στην προστιθέμενη αξία. Και όταν οι διεθνείς πιέσεις εντάθηκαν, το οικοδόμημα έδειξε τα όριά του.

Σε αυτό το σημείο, η εύλογη ερώτηση είναι: τι προτείνεται; Η απάντηση δεν βρίσκεται σε μια γενική επίκληση στήριξης αλλά σε τεχνοκρατικές επιλογές με σαφή κριτήρια απόδοσης. Χρειάζεται αναδιάρθρωση του παραγωγικού μοντέλου με συγκέντρωση δυνάμεων, πραγματικά λειτουργικούς αγρότες και όχι σε συνεταιριστικά σχήματα με πρόεδρους εφόρου ζωής και διαφανή εταιρικά σχήματα. Χρειάζεται σύνδεση χρηματοδότησης με επιχειρηματικά σχέδια που τεκμηριώνουν ταμειακές ροές και όχι απλώς επιλεξιμότητα. Χρειάζεται επανασχεδιασμός των κινήτρων ώστε οι ενισχύσεις να κατευθύνονται σε επενδύσεις που αυξάνουν παραγωγικότητα και εξαγωγική αξία. Οι λύσεις υπάρχουν και είναι εφαρμόσιμες, αρκεί να αξιολογηθούν με ψυχρό υπολογισμό συμφέροντος και όχι με όρους πολιτικού κόστους.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι χώρες με παρόμοια μεγέθη και περιορισμούς κατάφεραν να μετατρέψουν την πίεση σε μοχλό αναδιάρθρωσης. Έθεσαν μετρήσιμους στόχους, ευθυγράμμισαν τράπεζες και παραγωγούς σε κοινό πλαίσιο βιωσιμότητας, επένδυσαν στη γνώση και στην κλίμακα.

Δεν λειτούργησαν με όρους συγκυρίας αλλά με όρους συμφέροντος. Αν η ελληνική γεωργία επιλέξει να δει νηφάλια τα δεδομένα της, να αποτιμήσει κόστος και απόδοση όπως κάνει κάθε σοβαρός ανταγωνιστής της, τότε το χείλος του γκρεμού μπορεί να μετατραπεί σε αφετηρία ανασχεδιασμού. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν λύσεις. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει η βούληση να εφαρμοστούν χωρίς αυταπάτες και χωρίς εξαιρέσεις.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις