Κ.Πασιόπουλος: Η Ελλάδα έχει προϊόντα, ο Καναδάς έχει χώρο — λείπει η στρατηγική

Του Κωνσταντίνου Πασιόπουλου
Προέδρου του Εμποροβιομηχανικού Συλλόγου Μεσολογγίου και μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΣΕΕ

Η νέα ισορροπία στην καναδική αγορά αλκοολούχων προϊόντων ανοίγει χώρο για την Ελλάδα. Όμως η ευκαιρία δεν περιορίζεται στο κρασί. Αφορά συνολικά την ελληνική γαστρονομία, τα αποστάγματα, το ούζο, το τσίπουρο, το ελαιόλαδο, τα τυριά, το αυγοτάραχο και τα premium προϊόντα που μπορούν να δώσουν στη χώρα ισχυρότερη εμπορική παρουσία.

Η συζήτηση για την ελληνική παρουσία στον Καναδά δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στο κρασί. Το κρασί είναι ασφαλώς ένας από τους πιο δυναμικούς πρεσβευτές της χώρας μας στις διεθνείς αγορές. Όμως δίπλα του υπάρχει μια ευρύτερη ελληνική πρόταση, που παραμένει ακόμη υποτιμημένη: τα ελληνικά αποστάγματα, το ούζο, το τσίπουρο, η τσικουδιά, αλλά και τα premium προϊόντα της ελληνικής γης και της μεσογειακής διατροφής.

Η συγκυρία στον Καναδά είναι ιδιαίτερη. Οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις που επιβλήθηκαν στα αμερικανικά κρασιά άλλαξαν τις ισορροπίες μιας μεγάλης αγοράς, αξίας σχεδόν 2 δισ. δολαρίων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχασαν μέσα σε έναν χρόνο περίπου 331 εκατ. δολάρια σε εξαγωγές κρασιού προς τον Καναδά. Όμως το κενό αυτό δεν καλύφθηκε πλήρως από άλλες χώρες. Ένα σημαντικό μέρος χάθηκε από την ίδια την αγορά.

Αυτό δείχνει κάτι πολύ ουσιαστικό. Οι εμπορικές αναταράξεις δεν δημιουργούν αυτόματα νέες πωλήσεις για όλους. Δημιουργούν ευκαιρίες μόνο για όσους είναι έτοιμοι, οργανωμένοι και παρόντες στα κατάλληλα κανάλια διανομής.

Οι μεγάλοι κερδισμένοι ήταν η Γαλλία και η Ιταλία, χώρες με ισχυρή εμπορική οργάνωση, σταθερή παρουσία, αναγνωρίσιμα προϊόντα και οργανωμένα δίκτυα. Η Γαλλία αύξησε τις πωλήσεις της στον Καναδά κατά 67,9 εκατ. δολάρια, ενώ η Ιταλία πρόσθεσε άλλα 31,5 εκατ. δολάρια. Ακολούθησαν χώρες όπως η Αυστραλία, η Χιλή, η Νέα Ζηλανδία, η Ισπανία και η Αργεντινή.

Η Ελλάδα, αντίθετα, έμεινε πίσω. Οι ελληνικές εξαγωγές κρασιού προς τον Καναδά μειώθηκαν από 12,07 εκατ. δολάρια το 2024 σε 11,14 εκατ. δολάρια το 2025. Η πτώση, περίπου 7,7%, δεν είναι καταστροφική. Είναι όμως προειδοποιητική. Δείχνει ότι δεν αρκεί να έχουμε καλό προϊόν. Χρειάζεται στρατηγική, συνέπεια και εμπορική παρουσία.

Το πρόβλημα του ελληνικού κρασιού δεν είναι η ποιότητα. Το ελληνικό κρασί έχει ποικιλίες, χαρακτήρα, ιστορία και περιοχές με ισχυρή ταυτότητα. Το Ασύρτικο, το Ξινόμαυρο, το Αγιωργίτικο, η Μαλαγουζιά, τα κρασιά των νησιών και των ορεινών ζωνών μπορούν να σταθούν σε απαιτητικές αγορές. Το ζήτημα είναι η κλίμακα, η προβολή, η συνέχεια και η σύνδεση με οργανωμένα δίκτυα διανομής.

Ο Καναδάς δεν είναι μια απλή αγορά λιανικής. Σε πολλές επαρχίες η διανομή αλκοολούχων προϊόντων επηρεάζεται από επαρχιακά συστήματα και οργανωμένα κανάλια. Αυτό σημαίνει ότι οι εξαγωγές δεν μπορούν να γίνονται αποσπασματικά. Χρειάζεται συντονισμός, επιλογή στόχων, συνεργασία με εισαγωγείς, επαγγελματικές αποστολές και σταθερή παρουσία στις επαρχίες όπου υπάρχει ενδιαφέρον για ευρωπαϊκά και μεσογειακά προϊόντα.

Υπάρχει όμως και μια ακόμη διάσταση που συχνά παραβλέπεται. Στην καναδική αγορά η παρουσία των δύο εμβληματικών ελληνικών αποσταγμάτων, του ούζου και του τσίπουρου, παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη στα ράφια των σημείων πώλησης. Κι όμως, τα προϊόντα αυτά μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά με το ελληνικό κρασί.

Το ούζο και το τσίπουρο δεν είναι απλώς αλκοολούχα προϊόντα. Είναι μέρος της ελληνικής ταυτότητας. Συνδέονται με το τραπέζι, τη φιλοξενία, τη θάλασσα, την παρέα, τον μεζέ και τη μεσογειακή διατροφή. Μπορούν να ενισχύσουν συνολικά την εικόνα της ελληνικής γαστρονομίας και να δημιουργήσουν μια ενιαία πρόταση υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχει βάση. Οι ελληνικές εξαγωγές αλκοολούχων ποτών ξεπέρασαν το 2025 τα 104,3 εκατ. ευρώ. Το ούζο παραμένει το ισχυρότερο προϊόν της ελληνικής ποτοποιίας στις διεθνείς αγορές, με αξία 61,4 εκατ. ευρώ και ποσότητα 24,4 εκατ. κιλά. Το τσίπουρο και η τσικουδιά είναι ακόμη πολύ μικρότερη κατηγορία, περίπου 2,1 εκατ. ευρώ το 2025, αλλά έχουν καταγράψει σημαντική άνοδο σε βάθος πενταετίας.

Το 2024, οι ελληνικές εξαγωγές αλκοολούχων ποτών είχαν φτάσει τα 114,54 εκατ. ευρώ, με το ούζο να καλύπτει περίπου 56% της αξίας και 69% του όγκου των εξαγωγών ελληνικών αποσταγμάτων. Το τσίπουρο και η ρακή, αν και αντιπροσώπευαν μόλις περίπου 2% της αξίας και 1% της ποσότητας, είχαν αυξηθεί σε σχέση με το 2020 κατά 79% σε αξία και 51,2% σε ποσότητα.

Αυτοί οι αριθμοί δείχνουν ότι η Ελλάδα έχει προϊόντα με εξαγωγική δυναμική. Δεν έχει όμως ακόμη αξιοποιήσει πλήρως τη δυνατότητα να τα παρουσιάσει ως ενιαία ελληνική γαστρονομική πρόταση.

Ο Καναδάς, με την ισχυρή ελληνική ομογένεια, τη θετική εικόνα για την Ελλάδα και το ενδιαφέρον για μεσογειακά προϊόντα, μπορεί να αποτελέσει αγορά υψηλής αξίας. Όχι απαραίτητα τεράστιων ποσοτήτων, αλλά αγορά όπου η Ελλάδα μπορεί να χτίσει κύρος, αναγνωρισιμότητα και σταθερούς εμπορικούς δεσμούς.

Η ευκαιρία δεν αφορά μόνο το κρασί. Αφορά το ούζο, το τσίπουρο, την τσικουδιά, το ελαιόλαδο, τα εκλεκτά τυριά, τα αλλαντικά, το αυγοτάραχο και τα τοπικά προϊόντα που μπορούν να σταθούν σε premium κατηγορίες. Η Ελλάδα πρέπει να σταματήσει να βλέπει κάθε προϊόν μόνο του και να αρχίσει να τοποθετεί στο εξωτερικό μια συνολική εικόνα: ελληνική ποιότητα, ελληνική γαστρονομία, ελληνική ταυτότητα.

Από την εμπειρία μου στον χώρο των τοπικών προϊόντων του Μεσολογγίου, μέσα από το Avgotaraxo.gr, το Αυγοτάραχο Gold Selection και τα αποστάγματα Πελάδα, έχω διαπιστώσει ότι οι ξένες αγορές δεν αναζητούν μόνο ένα προϊόν. Αναζητούν ιστορία, αυθεντικότητα, σταθερή ποιότητα και σοβαρό συνεργάτη. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο σε αγορές όπως ο Καναδάς, όπου ο καταναλωτής είναι εξοικειωμένος με premium προϊόντα και αναζητά νέες ευρωπαϊκές επιλογές.

Η Ελλάδα έχει το προϊόν. Έχει την ιστορία. Έχει την ποιότητα. Εκείνο που χρειάζεται είναι συντονισμένη εξαγωγική στρατηγική. Με συνεργασία παραγωγών, επιχειρήσεων, επιμελητηρίων, φορέων, ομογένειας και εμπορικών δικτύων, μπορούμε να διεκδικήσουμε μεγαλύτερο μερίδιο σε μια αγορά που αυτή τη στιγμή αναδιαμορφώνεται.

Το παράθυρο που άνοιξε στον Καναδά δεν θα μείνει για πάντα ανοιχτό. Ήδη το διεκδικούν χώρες με ισχυρότερη οργάνωση και πιο επιθετική εξαγωγική πολιτική. Αν η Ελλάδα θέλει να περάσει από την καλή φήμη στη σοβαρή εμπορική παρουσία, τώρα είναι η στιγμή να κινηθεί.

Ο Καναδάς μπορεί να γίνει αγορά-παράδειγμα για το πώς ο ελληνικός οίνος, τα ελληνικά αποστάγματα και τα premium τρόφιμα μπορούν να παρουσιαστούν μαζί, με κοινή ταυτότητα και υψηλή προστιθέμενη αξία. Η ευκαιρία υπάρχει. Το ερώτημα είναι αν θα τη διεκδικήσουμε οργανωμένα ή αν θα αφήσουμε και αυτή τη φορά τους πιο έτοιμους ανταγωνιστές να πάρουν τη θέση μας.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις